Οι πνεύμονες αιματώνονται, δηλαδή δέχονται αίμα από την καρδιά κυρίως από την πνευμονική αρτηρία και τους κλάδους της. Όταν αποφραχθεί (φράξει) η πνευμονική αρτηρία ή οι κλάδοι της από θρόμβους τότε μιλούμε για πνευμονική εμβολή.

Η πνευμονική εμβολή προκαλείται συνήθως από θρόμβους που αποσπώνται από θρομβώσεις των φλεβών των ποδιών ή της κοιλιάς.

Οι συχνότερες πνευμονικές εμβολές προκαλούνται από θρόμβους που βρίσκονται στις φλέβες εκείνες των ποδιών που δεν φαίνονται με την επισκόπηση (με το μάτι). Είναι οι λεγόμενες επιστημονικά ‘θρομβώσεις των εν τω βάθει φλεβών.’ Έτσι δεν είναι εύκολο να γίνει η διάγνωση της φλεβικής θρόμβωσης των φλεβών των ποδιών.

Η διάγνωση των φλεβικών θρομβώσεων και ειδικά των θρομβώσεων των φλεβών των ποδιών γίνεται με το υπερηχογράφημα. Για το λόγο μάλιστα αυτό το υπερηχογράφημα είναι απαραίτητο συμπλήρωμα της κλινικής εξέτασης όταν υπάρχει υποψία θρόμβωσης των φλεβών των κάτω άκρων ή υποψία ύπαρξης πνευμονικής εμβολής.

Γενικά οι θρόμβοι δημιουργούνται κυρίως όταν υπάρχει βραδεία ροή του αίματος μέσα στις φλέβες. Η βραδεία ροή προκαλείται όταν πιέζεται εξωτερικά η φλέβα από οποιαδήποτε αιτία ή όταν υπάρχει καρδιακή ανεπάρκεια. Τα συνηθέστερα αίτια που πιέζουν εξωτερικά τις φλέβες είναι οι διάφοροι όγκοι, κακοήθεις ή καλοήθεις μέσα στην κοιλιά, μηδέ του εμβρύου εξαιρουμένου που βρίσκεται μέσα στη μήτρα.

Όμως πέραν από αυτά τα αίτια που δημιουργούν τις φλεβικές θρομβώσεις η τοπική βλάβη του τοιχώματος μιας φλέβας και η υπερπηκτικότητα του αίματος είναι πρόσθετοι παράγοντες που συμβάλλουν ουσιαστικά.

Σπανιότερα αποσπάται ολόκληρος ο θρόμβος από το τοίχωμα μιας φλέβας. Συνήθως αποσπώνται τμήματα του θρόμβου, που ανάλογα με το μέγεθός τους κινούνται μέσα στις φλέβες και όταν φθάσουν στους πνεύμονες σφηνώνονται σε μεγάλου ή μετρίου ή μικρού μεγέθους κλάδους της πνευμονικής αρτηρίας και δημιουργούν αντίστοιχου μεγέθους πνευμονικές εμβολές.

Άμεσο αποτέλεσμα της εμβολής είναι να μην αιματώνεται η περιοχή που αρδεύει η αποφραχθείσα αρτηρία και να παύει να λειτουργεί η αντίστοιχη περιοχή του πνεύμονα. Έτσι δεν οξυγονώνεται επαρκώς το αίμα, το διοξείδιο του άνθρακα στο αίμα αυξάνει με αποτέλεσμα να εμφανίζεται δύσπνοια, προκειμένου ο πνεύμονας να καταφέρει να οξυγονώσει όσο γίνεται καλύτερα το αίμα.

Όταν μάλιστα η πνευμονική εμβολή εντοπίζεται στους κύριους κλάδους της πνευμονικής αρτηρίας τότε είναι δυνατόν να επηρεασθεί άμεσα και η λειτουργία της καρδιάς με αποτέλεσμα να ισχαιμεί (να μην οξυγονώνεται) επαρκώς το μυοκάρδιο, να πέφτει απότομα η αρτηριακή πίεση και ο άρρωστος να κινδυνεύει να πάθει καρδιογενές shock.

Οι μέσου ή οι μικρότερου μεγέθους πνευμονικές εμβολές εκδηλώνονται συνήθως με αιφνίδια αναίτια ταχυκαρδία ή με δύσπνοια ή με βήχα και αιμόφυρτα πτύελα. Πόνος στο θώρακα υπάρχει όταν η πνευμονική εμβολή επεκτείνεται και φθάνει μέχρι την περιφέρεια του πνεύμονα και αγγίζει τον υπεζωκότα, ο οποίος είναι ένας υμένας με νευρικό δίκτυο.

Όταν τα έμβολα είναι μικρά και πολλά, τότε τα πνευμονικά έμβολα σιγά-σιγά καταστρέφουν τα αγγεία του πνεύμονα, η πνευμονική πίεση αυξάνει προοδευτικά και ο άρρωστος παρουσιάζει δύσπνοια που χειροτερεύει σταθερά μέρα με τη μέρα.

Είναι ευτύχημα που οι θανατηφόρες εμβολές δεν ξεπερνούν το 10% του συνόλου των πνευμονικών εμβολών. Όμως για να είναι επιτυχής η θεραπεία της πνευμονικής εμβολής, η διάγνωσή της πρέπει να γίνεται άμεσα, γι’ αυτό δυστυχώς πολλές φορές ακόμα και σήμερα άνθρωποι χάνονται παρά την τεράστια εξέλιξη των διαγνωστικών μέσων.