O καρκίνος των όρχεων είναι ένας σχετικά σπάνιος καρκίνος και η συχνότητα εμφάνισής του στους άνδρες όλων των ηλικιών είναι μόλις 2%. Δυστυχώς, όμως, «προτιμά» τους νέους και στα αγόρια και τους νέους άνδρες ηλικίας 15-34 ετών είναι ο συχνότερα εμφανιζόμενος καρκίνος, αποτελώντας την 3η κατά σειρά αιτία θανάτου σε αυτές τις ηλικίες.

Είναι χαρακτηριστική η αυξημένη συχνότητα εμφάνισης στους άνδρες σκανδιναβικής καταγωγής σε αντίθεση με τους μαύρους που είναι σπανιότατη. Πρέπει να τονίσουμε ότι ο ασθενής που θα εμφανίσει καρκίνο στον έναν όρχι έχει 500 φορές περισσότερες πιθανότητες, σε σχέση με το γενικό πληθυσμό, να αναπτύξει καρκίνο και στον άλλο όρχι, η ταυτόχρονη όμως εντόπιση είναι σπανιότατη (1-2%)

Στην ουσία δε γνωρίζουμε τους αιτιολογικούς παράγοντες της κακοήθειας αυτής και αν και κατά καιρούς έχουν ενοχοποιηθεί διάφορες καταστάσεις, όπως η χορήγηση οιστρογόνων στη μητέρα κατά τη διάρκεια της κύησης, τραύματα, επανειλημμένες λοιμώξεις κλπ , η μόνη αποδεδειγμένη σχέση είναι αυτή μεταξύ κρυψορχίας και ανάπτυξης καρκίνου του όρχεως (40 -70 φορές μεγαλύτερη πιθανότητα ανάπτυξης καρκίνου στον κρύψορχι).

Είναι χαρακτηριστικό πώς η πιθανότητα αυτή παραμένει σταθερή ακόμα και εάν χειρουργικά μετακινήσουμε και καθηλώσουμε τον όρχι στην κανονική του θέση, γεγονός που αποδεικνύει τη γενετική προδιάθεση του οργάνου αυτού για κακοήθεια.

Φυσικά, η επέμβαση αυτή είναι επιβεβλημένη, μιας και μόνο με τους όρχεις στη θέση τους είναι δυνατός ο τακτικός τους έλεγχος.

Πώς όμως παρουσιάζεται κλινικά ο καρκίνος του όρχεως και μπορούμε να προστατευθούμε από αυτόν? Στις περισσότερες περιπτώσεις εμφανίζεται σαν μία σκληρή διόγκωση στον όρχι, χωρίς πόνο, την οποία ο ασθενής διαπιστώνει συνήθως μόνος του.

Στο 20% των περιπτώσεων μπορεί να προκαλεί πόνο στον όρχι ή αίσθημα βάρους. Επίσης μπορεί να συνοδεύεται από υδροκήλη, παραγωγή υγρού γύρω από τον όρχι, που δίνει μια πιο ομότιμη διόγκωση του όρχι και μπορεί να καθιστά τη ψηλάφηση της μάζας αδύνατη.

Σε αρκετούς ασθενείς δυστυχώς προεξάρχοντα είναι τα συμπτώματα από μεταστάσεις όπως πόνος στην οσφύ από τη διόγκωση λεμφαδένων, βήχας και δύσπνοια από πνευμονικές μεταστάσεις κα. Είναι, λοιπόν, σημαντικό να τονίσουμε, ότι αν ψηλαφίσουμε κάποια σκληρία στο όσχεο (στο σάκο δηλαδή που περιέχει τους όρχεις), ακόμη και αν δεν δημιουργεί πόνο ή άλλες ενοχλήσεις, ή αν αισθανόμαστε πόνο στην περιοχή αυτή, ή γενικότερα εάν αλλάξει κατά την ψηλάφηση η αίσθηση του οργάνου που έχουμε συνηθίσει, πρέπει να απευθυνθούμε το συντομότερο δυνατόν στον ουρολόγο για εξέταση.

Μπορεί να μη σημαίνει απολύτως τίποτα, να είναι κάποια απλή κύστη ή κάποια φλεγμονή, ή ενδεχομένως κάποια κήλη, όμως μπορεί και να έχουμε κάνει το πρώτο και σημαντικότερο βήμα πλήρους αντιμετώπισης και ίασης από τον καρκίνο, που είναι η έγκαιρη διάγνωση, όσο ο όγκος είναι ακόμη εντοπισμένος στον όρχι.

Δυστυχώς οι μελέτες λένε ότι ο μέσος χρόνος καθυστέρησης από τη πρώτη αυτοψηλάφηση έως την αναζήτηση ιατρικής γνώμης είναι πάνω από 6 μήνες. Είναι αδιανόητο λόγω ντροπής ή αναβλητικότητας να συμβαίνει η καθυστέρηση αυτή με δραματικά κάποιες φορές αποτελέσματα.

Σημαντικό ρόλο στη διάγνωση, εκτός από τη κλινική εξέταση παίζουν οι εργαστηριακές εξετάσεις, όπως η μέτρηση κάποιων ειδικών ορμονών (β-χοριακή γοναδοτροπίνη, α-φετοπρωτεΐνη, LDH) οι οποίες είναι χαρακτηριστικά υψηλές σε ορισμένους τύπους καρκίνου.

Επίσης, στο υπερηχογράφημα οσχέου οι όγκοι των όρχεων έχουν χαρακτηριστική εικόνα.και είναι δυνατή η διάγνωσή τους και η διάκρισή τους από άλλες καταστάσεις με παρόμοια κλινική εικόνα που αναφέραμε παραπάνω. Ακτινογραφία θώρακος και αξονική τομογραφία για τον εντοπισμό μεταστάσεων μπορεί να χρειαστούν στην πορεία.

Το πρώτο, όμως, και απαραίτητο βήμα για τη διάγνωση και την ιστολογική ταυτοποίηση του όγκου είναι η εκτομή του όρχεως και η ιστολογική του εξέταση.

Η αφαίρεση του όρχεως είναι απαραίτητη. Η περαιτέρω θεραπεία αποφασίζεται ανάλογα με τον ιστολογικό τύπο του όγκου και την ύπαρξη ή μη μεταστάσεων. Στις συμπληρωματικές θεραπείες περιλαμβάνονται η ακτινοθεραπεία, η χημειοθεραπεία και η χειρουργική εκτομή των λεμφαδένων που έχουν προσβληθεί.

Η πρόγνωση σε γενικές γραμμές είναι πολύ καλή. Βέβαια, ο ασθενής θα πρέπει για κάποια έτη να πραγματοποιεί σε τακτά χρονικά διαστήματα εξετάσεις ελέγχου (follow up), ώστε να διασφαλίζεται η ελεύθερη νόσου- υποτροπών πορεία του.

Η επιβίωση στις περισσότερες περιπτώσεις ξεπερνά το 90%.

Στο σημείο αυτό θα ήθελα να τονίσω ότι η ορχεκτομή, η χειρουργική δηλαδή αφαίρεση του όρχι, που όπως αναφέραμε πιο πάνω αποτελεί το πρώτο βήμα αντιμετώπισης όλων των περιπτώσεων καρκίνου του όρχεως , είναι μια επέμβαση με κάποιες ιδιαιτερότητες.

Και δεν αναφέρομαι, φυσικά, στο αμιγώς χειρουργικό κομμάτι, αφού για τους Ουρολόγους αποτελεί μια επέμβαση ρουτίνας, χωρίς ιδιαίτερες δυσκολίες και εκπλήξεις, και για τον ασθενή μια επέμβαση που διαρκεί λιγότερο από μία ώρα και την επόμενη ημέρα επιστρέφει σπίτι του, χωρίς ιδιαίτερα ενοχλήματα.

Αναφέρομαι κυρίως στις ψυχογενείς προεκτάσεις της, στην αρνητική δηλαδή επίπτωση που έχει σε έναν νεότατο άνδρα η αιφνίδια αποκάλυψη ότι πάσχει από καρκίνο αλλά και η αφαίρεση του ενός όρχι, όργανο που στο μυαλό όλων μας είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με τον ανδρισμό, τη σεξουαλική λειτουργία και φυσικά την παραγωγή σπέρματος και την αναπαραγωγική ικανότητα, τη δυνατότητα, δηλαδή, τεκνοποίησης.

Είναι ξεκάθαρο ότι με έναν όρχι και μόνο, άλλωστε υπάρχουν άνδρες που έχουν γεννηθεί έτσι, οι παραπάνω λειτουργίες δεν επηρεάζονται. Ο όρχις, λοιπόν, που παραμένει αναλαμβάνει και τη «δουλειά» αυτού που αφαιρέθηκε και έτσι η παραγωγή «ανδρικών» ορμονών (τεστοστερόνη) και σπέρματος παραμένει αναλλοίωτη.

Μια πολύ καλή βέβαια κίνηση, που συχνά προτείνουμε στους ασθενείς μας, θα ήταν πριν το χειρουργείο να δώσουν σε κάποια τράπεζα σπέρματος υλικό προς διαφύλαξη, ώστε να είναι εξασφαλισμένοι σε περίπτωση που συμπληρωματικές θεραπείες όπως η ακτινοθεραπεία, η χημειοθεραπεία προκαλέσουν κάποιες διαταραχές.

Επίσης, πρέπει να γνωρίζουμε ότι έχουμε τη δυνατότητα να τοποθετήσουμε στην περιοχή της ορχεκτομής ειδικά ενθέματα, που είναι ασφαλέστατα και δίνουν ένα τέλειο αισθητικό αποτέλεσμα.

Ας μην ξεχνούμε, λοιπόν, ότι ψηλαφητή μάζα στο όσχεο σε νέο άνδρα και ειδικότερα ανώδυνη πρέπει να θεωρείται ως κακοήθεια μέχρις αποδείξεως του εναντίου. Η έγκαιρη διάγνωση, με κλινική εξέταση, εξετάσεις αίματος και υπερηχογράφημα οσχέου μπορεί συχνά να εξασφαλίσει την πλήρη ίαση.

Αναμφισβήτητα, η διάγνωση καρκίνου του όρχεως σε έναν νέο άνδρα είναι μια οδυνηρή και ψυχοφθόρος κατάσταση για τον ίδιο και το περιβάλλον του, να είμαστε, όμως, βέβαιοι ότι στις μέρες μας είναι μια ιστορία αντιμετωπίσιμη με πολύ καλά αποτελέσματα στην πλειονότητα των περιπτώσεων