Aποτελεί ένζυμο, το οποίο ευρίσκεται κατά βάση στην καρδιά, σε σκελετικούς μυς και σε μικρότερες ποσότητες στον εγκεφαλικό ιστό.

Το ένζυμο συντελεί στην παροχή ενέργειας στο κύτταρο.

Αποτελεί δείκτη βλάβης του μυοκαρδίου και των σκελετικών μυών και σε μικρότερο βαθμό του εγκεφαλικού ιστού ή άλλων οργάνων. Οι σκελετικοί μυς περιέχουν κυρίως τη μορφή CK3 ή ΜΜ, ο καρδιακός CK 3 και CK2 ή ΜΒ και ο εγκεφαλικός ιστός, ο γαστρεντερικός ιστός και το ουροποιογεννητικό σύστημα ΒΒ ή CK1.

Στο έμφραγμα, η αύξηση αρχίζει μετά την προσβολή και αυξάνεται εντός 24ώρου από το επεισόδιο: Η CPK, χρησιμοποιείται για τη διάγνωση και την παρακολούθηση του επεισοδίου.

Σε oρισμένα νοσήματα των μυών και σε καρκινώματα η CPK χρησιμοποιείται κυρίως για την παρακολούθησή τους.

Κύρια νοσήματα που παρατηρείται αύξηση της CPK

  • Καρδιακά νοσήματα (π.χ. έμφραγμα)
  • Τραύματα
  • Νοσήματα των μυών (π.χ. ραβδομυόλυση)
  • Λοιμώδη νοσήματα
  • Ισχαιμικό ΑΕΕ
  • Ορμονικές διαταραχές
  • Πνευμονική εμβολή
  • Καρκινώματα (π.χ. προστάτη)
  • Αιμόλυση.

Αύξηση του ενζύμου παρατηρείται και σε λήψη ορισμένων φαρμάκων (π.χ. σαλικυλικά). Τα ευρήματα από τη σωστή παθολογική ιατρική εξέταση του ασθενούς έχουν κομβικό ρόλο στην εξατομικευμένη αξιολόγηση και θεραπεία.