Ο θυμός με το θυμικό έχουν την ίδια ρίζα και προέρχονται από την αρχαία λέξη ‘θυμός’ που σημαίνει ψυχή. Ο όρος θυμικόν χρησιμοποιήθηκε στην ψυχολογία ως όρος ευρέως περιεχομένου, για να καλύψει όλα εκείνα τα βιώματα στα οποία υπάρχει συναισθηματικός τόνος οποιουδήποτε χαρακτήρα .

Αν συμβολίζαμε το θυμικό ως ένα σάκο μέσα στον οποίο υπάρχουν όλα τα συναισθήματα, κομμάτι του σάκου και μάλιστα πολύ δυνατό θα ήταν και ο θυμός, διότι είναι ένα πανίσχυρο συναίσθημα που συνδέεται με καταστάσεις οργής, άγχους και επιθετικότητας.

Σπάνια νιώθουμε θυμό χωρίς να νιώθουμε πληγωμένοι (προσβεβλημένοι) σε κάποιο βαθμό και σπάνια νιώθουμε πληγωμένοι ψυχικά χωρίς να νιώθουμε θυμό γι’ αυτό που προκάλεσε τον πόνο. Μερικές φορές απλά και μόνο η απειλή του να πληγωθούμε ή να ντροπιαστούμε μπορεί να πυροδοτήσει το συναίσθημα του θυμού.

Όλες οι εμπειρίες των διαπροσωπικών σχέσεων που μας υποτιμούν, μας ντροπιάζουν, μας πληγώνουν, μας τραυματίζουν ψυχικά, μας μειώνουν, μας κάνουν να νιώθουμε θυμό. Αν ακόμα αντιληφθούμε ότι στα παραπάνω κρύβεται μια σκοπιμότητα εις βάρος μας τότε θα νιώσουμε περισσότερο θυμό και ή θα τον στρέψουμε ανοιχτά σε αυτόν που μας τον προκάλεσε ή θα τον στρέψουμε σε μας τους ίδιους ή σε κάποιους άλλους.

Ο καθένας μας ξέρει για τον εαυτό του αν είναι ο άνθρωπος που συσσωρεύει το θυμό του για πολύ καιρό, για βδομάδες ή χρόνια ή είναι ο τύπος που εκρήγνυται εκείνη τη στιγμή και σε δέκα λεπτά δεν μπορεί να κατανοήσει πως έχασε τόσο πολύ τον έλεγχο.

Συνέπειες του θυμού

Ο θυμός που έχει θαφτεί ή έχει αναχαιτιστεί ή έχει εκφραστεί λάθος έχει συνέπειες στο σώμα μας, την ψυχή μας και στον κοινωνικό μας εαυτό.

Από την αρχαιότητα ο Ιπποκράτης (460-377 π.χ.) υποστήριζε ότι οι συγκινήσεις - που είναι άμεσα συνδεδεμένες με τα συναισθήματα- επιδρούν στις λειτουργίες του σώματος αλλά και είναι αφετηρία έναρξης πολλών ασθενειών. Χρησιμοποίησε τους σφυγμούς της καρδιάς και τους ιδρώτες για να δείξει πως κάθε μέρος του σώματος αντιδρά στην ντροπή, τον φόβο, τον θυμό.

Από την αρχαιότητα λοιπόν αλλά και σύγχρονες έρευνες έχουν δείξει ότι ο πολύς θυμός μπορεί να σκοτώσει. Ο θυμός ενεργοποιεί την αδρεναλίνη και το σώμα αντιδρά λέγοντας κίνδυνος.

Η λαϊκή σοφία επίσης είχε αντιληφθεί ότι οι συνέπειες του θυμού στο σώμα είναι μεγάλες και το εξέφρασε μέσα από εκφράσεις όπως: ‘του ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι’ που σημαίνει ότι κάποιος έχει πίεση γιατί είναι πολύ θυμωμένος ή μου ‘έπρηξες το συκώτι’ που σημαίνει ότι με θύμωσες και με έπρηξες κλπ.

Οι θυμωμένοι άνθρωποι λοιπόν αντιδρούν βίαια απέναντι στον ίδιο τους τον εαυτό με συνέπεια πολλές φορές να αυτοκαταστρέφονται.

Η διάθεση και η προσωπικότητα έχουν να κάνουν με το ψυχολογικό υπόβαθρο του θυμωμένου ανθρώπου. Ενοχές και ντροπή. Αυτές είναι οι λέξεις κλειδιά και τα συναισθήματα που νιώθει κάθε φορά όποιος πληγώνει έναν άλλο άνθρωπο

Τα οικογενειακά και κοινωνικά προβλήματα που προκύπτουν από τον θυμό είναι πολλά. Όταν ένα μέλος της οικογένειας είναι συνέχεια θυμωμένο δημιουργεί προβλήματα στην οικογένεια με συχνότερο το διαζύγιο και την συναισθηματική κακοποίηση που τις περισσότερες φορές εξαντλείται στα παιδιά της οικογένειας.

Μέσα στην οικογένεια υποτίθεται πως υπάρχει αγάπη όχι μίσος.

Ο μακροχρόνιος θυμός καταστρέφει τις οικογένειες. Πιθανά αυτός που θυμώνει με την οικογένειά του να έχει μεγαλώσει σε μια θυμωμένη οικογένεια και δεν μπόρεσε να ξεφύγει από αυτήν. Αναπαράγει το πρότυπο της γονεϊκής οικογένειας που μεγάλωσε.

Σε επίπεδο κοινωνικό ο θυμωμένος άνθρωπος αντιμετωπίζει προβλήματα. Όλοι έχουμε ανάγκη από φίλους. Οι θυμωμένοι άνθρωποι καταστρέφουν τις φιλίες τους. Οι καυγάδες όμως είναι κύριο γνώρισμα του θυμωμένου. Δεν μπορεί να σταματήσει να καυγαδίζει.

Αυτό όμως είναι πολύ κουραστικό και φθοροποιό για την φιλική σχέση.

Τι κάνω τον θυμό μου, τον εκφράζω και πως;

Ο Robert j. Landy, (2001), αναφέρει πως για να βρεις την ηρεμία πρέπει να διαπραγματευτείς με την τάση να διαταράσσεις την ηρεμία. Για να γίνει αυτό χρειάζεται να αφήνουμε να εκφραστεί ο θυμός και να ακούσουμε προσεκτικά το μήνυμά του.

Το ερώτημα που γεννάται είναι τι μπορούμε να κάνουμε όταν θυμώνουμε;

Πολλοί ταλαιπωρημένοι ψυχικά άνθρωποι για να αποφύγουν την αβεβαιότητα κλείνουν την πόρτα στην αμφιθυμία.Κλείνοντας όμως την πόρτα στην αμφιθυμία δεν οδηγούνται στην ισορροπία αλλά σε περισσότερη δυσθυμία διότι αν αγνοήσουμε το δυνατό συναίσθημα του θυμού μπορεί να δημιουργήσει πολλές συνέπειες εξίσου σοβαρές με κείνες της άγριας και λανθασμένης έκφρασής του.

Η έκφραση του θυμού μας καθορίζεται από δυο βασικούς παράγοντες: την επιρροή από τους γονείς και τις κοινωνικές επιρροές.

Επιρροή από τους γονείς

Οι περισσότεροι από μας έχουμε μάθει να ανταποκρινόμαστε στο γύρω κόσμο και τα συναισθήματά μας από το χώρο της οικογένειάς μας.

Τους τρόπους δράσης και αντίδρασης τους μαθαίνουμε όταν είμαστε πολύ μικροί και επηρεαζόμαστε από τους γύρω μας.

Ξεκινάμε αντιγράφοντας την συμπεριφορά των γονιών μας και άλλων προτύπων προσιτών σε μας. Αν ο πατέρας ή η μητέρα είναι συνεχώς θυμωμένοι ή εκφράζουν το θυμό τους σιωπώντας, τα παιδιά θα αντιγράψουν κάποια μοντέλα, δηλ. αν μεγαλώσαμε πιστεύοντας ότι εξωτερικεύοντας το θυμό μας κάνουμε κάτι κακό μπορεί να αποφασίσουμε να γίνουμε στωϊκοί και υπομονετικοί και να μην παραδεχτούμε ποτέ ότι θυμώνουμε.

Δημιουργούμε τότε γύρω μας ένα τείχος αδιαφορίας δήθεν ηρωισμού.

Αν είμαστε μαθημένοι να μην προκαλούμε ποτέ φασαρία ενδέχεται να εκφράζουμε τον θυμό μας ενοχοποιώντας τους γύρω μας ή κατηγορώντας τους εαυτούς μας και καλλιεργώντας αισθήματα ενοχής. Συνήθως ακολουθούμε γονεϊκά πρότυπα, αλλά μερικές φορές βλέποντας τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζουν οι γονείς τον θυμό, τον απορρίπτουμε αποφασίζοντας να αντιδρούμε με διαφορετικό τρόπο: πολλές φορές τον ακριβώς αντίθετο από εκείνον των γονιών μας.

Οι κοινωνικές επιρροές

Οι αντιδράσεις μας στο θυμό καθορίζονται επίσης από την κοινωνία στην οποία ζούμε και συμμετέχουμε. Η κοινωνία μας πείθει ότι είναι λάθος ή επικίνδυνο ή αγενές να εκφράζουμε την απογοήτευσή μας και τα πληγωμένα μας συναισθήματα και αυτό αποτελεί την κοινωνική παραδοχή ενός αριθμού μύθων για τον θυμό όπως : ‘εσύ, ένας καθώς πρέπει άνθρωπος δεν πρέπει να φωνάζεις’ ή ‘αν δεν μπορείς να πεις κάτι καλό, καλλίτερα μη λες τίποτα’ κλπ.

Οι παραπάνω μύθοι συμπίπτουν με το πιο συνηθισμένο ‘μύθο’ ότι οι άνθρωποι που θεωρούνται ευγενικοί, πολιτισμένοι, μορφωμένοι δεν θυμώνουν ποτέ. Αυτό είναι αστείο ακόμα και να λέγεται.

Κανείς δεν εξαιρείται από αυτό το βασικό ανθρώπινο συναίσθημα.

Όλα τα παραπάνω συμπεριλαμβάνονται στην λέξη ‘καταπιέσου’. Αφού μάθουμε να καταπιέζουμε τον θυμό μας είναι πολύ εύκολο να καταπιέσουμε και άλλα συναισθήματα.

Ποιος είναι ο αποτελεσματικότερος τρόπος να εκφράσουμε τον θυμό μας; Για την απάντηση θα δανειστώ τα λόγια του Αριστοτέλη: ‘Ο καθένας μπορεί να θυμώσει, αυτό είναι εύκολο. Αλλά το να θυμώνει κανείς με το σωστό άτομο, στο σωστό βαθμό και την σωστή στιγμή, για την σωστή αιτία και με το σωστό τρόπο, αυτό δεν είναι εύκολο’.

Στη θεωρία της δραματοθεραπείας αλλά και όλων των ψυχοθεραπειών, υπάρχει η αρχή που λέει ότι ‘τα άκρα δεν οδηγούν στην λύση των προβλημάτων, κάπου στη μέση πρέπει να αναζητήσουμε την λύση τους’. Υπάρχει λοιπόν και η λεγόμενη μέση οδός που είναι η ιδανική περίπτωση.

Πρόκειται για την περίπτωση που το άτομο θα πει: ‘Είμαι εντάξει και εσύ επίσης είσαι εντάξει’.

Άτομα που ζουν με αυτή την στάση έχουν βιώσει σε μεγάλο βαθμό την θαλπωρή και το ενδιαφέρον των άλλων. Τους έχουν μεταδώσει το συναίσθημα ότι οι ίδιοι είναι μια χαρά και ότι, σε γενικές γραμμές τα πράγματα γύρω τους είναι εντάξει ή ότι θα μπορούσαν κάποια στιγμή -αν κάτι πήγε στραβά- να τακτοποιηθούν και να επανέλθουν στην τάξη.

Καταλήγοντας ως προς την έκφραση του θυμού αντιλαμβανόμαστε ότι δεν εύκολο να καθορίσουμε λογικά πόσο και με ποιο τρόπο μπορεί να παρεκτρέπεται κανείς για να μην είναι αξιοκατάκριτος, διότι αυτό εξαρτάται από κάθε ιδιαίτερη περίπτωση δηλ.

από αυτά που ήδη έχουμε αναφέρει και αφορούν αισθήματα υποτίμησης, ντροπής κλπ. Ωστόσο σε κάθε περίπτωση είναι φανερό πως η μέση ψυχική διάθεση και ο διάλογος είναι αυτά που βοηθάνε να καθορίζουμε εναντίον ποιών πρέπει να θυμώνουμε και με ποιές αιτίες αλλά και να λύνουμε τις διαφορές μας με το λιγότερο ψυχικό και συναισθηματικό κόστος.

Τελειώνω με αυτό που έχει αναφέρει ο R. Landy (2001): ‘Άμα αναγνωρίσουμε την αμφιθυμία της ύπαρξης και προσπαθήσουμε να ανακαλύψουμε έναν τρόπο να ζήσουμε μέσα και ανάμεσα στους συχνά αλληλοσυγκρουόμενους ρόλους μας, θα πλησιάσουμε περισσότερο σε μια ισορροπημένη και ολοκληρωμένη ζωή’.

Πηγές: Γκέλυ Κανέλλου, Ψυχοθεραπεύτρια, Δραματοθεραπεύτρια