Γράφει η Βασιλική Κουτσοκώστα

Η Κάπαρη ανήκει στην οικογένεια των Καπαριδών (Capparaceae) και είναι πολύ γνωστή. Είναι τρυφερός, πολυετής θάμνος, που μπορεί να φτάσει το 1μ. ύψος και το 1,5μ. πλάτος. Οι ρίζες της δεν προχωρούν βαθιά στο έδαφος, διακλαδίζονται όμως πολύ.

Φυτρώνει σε πετρώδη, παραθαλάσσια ακαλλιέργητα μέρη και σε βράχους που συγκρατούν υγρασία.

Τα πολλά είδη και οι ποικιλίες της είναι εξαπλωμένες σε όλο σχεδόν τον κόσμο, από το Αφγανιστάν και τη Βόρεια Ινδία μέχρι τη Νοτιοδυτική Μεσόγειο και την Αμερική.

Στα τέλη της άνοιξης και στις αρχές του καλοκαιριού, η κάπαρη κάνει την εμφάνισή της σε όλα τα ελληνικά νησιά, αλλά συναντάται κατά κύριο λόγο στα διάσπαρτα, ξερά νησιά των Κυκλάδων. Μπορεί κανείς να τις δει παντού να ξεφυτρώνουν από βράχους και τοίχους, να ανθίζουν κατά μήκος του δρόμου, περιμένοντας κάποιον να τις μαζέψει.

Μετά τη συλλογή, είναι δυνατόν να δει κανείς να τη στεγνώνουν στις χαμηλές σκεπές παλιών σπιτιών σε νησιά.

Η κάπαρη αποτελεί μία από τις γαστριμαργικές απολαύσεις της Μεσογείου, που συναντάται από την Τουρκία μέχρι την Ισπανία και καταναλώνεται με μεγάλη ευχαρίστηση σε όλες τις χώρες που βρίσκονται στον ενδιάμεσο χώρο. Η ελληνική κάπαρη είναι σχεδόν πάντα αυτή που μεγαλώνει αυτοφυώς στη φύση, ενώ οι ποικιλίες που προέρχονται από άλλες περιοχές της Μεσογείου, δηλαδή την Ισπανία, τη νότια Γαλλία και την Τουρκία, είναι κατά κανόνα προϊόν καλλιέργειας.

Όποια και αν είναι η προέλευση της κάπαρης δεν καταναλώνεται ποτέ νωπή.

Η πικάντικη, αψιά (αυτό οφείλεται στην ύπαρξη του σιναπέλαιου που απελευθερώνεται απο τους ιστούς του φυτού) και υπέροχα πικρή γεύση της κάπαρης αναδεικνύεται μόνο αφού γίνει τουρσί, γιατί μόνο κάτω από την επίδραση της άρμης σχηματίζεται το καπρικό οξύ, που της δίνει τη χαρακτηριστική της γεύση.

Η Ελλάδα είναι η μοναδική χώρα στην οποία η διατήρηση της κάπαρης εξασφαλίζεται με διαφορετικό τρόπο, μέσω δηλαδή του στεγνώματός της στον ήλιο μέχρι να σκληρύνει τελείως και να αποκτήσει ένα ελαφρώς ξανθό χρώμα. Η κάπαρη που έχει υποστεί τέτοια επεξεργασία αποτελεί σπεσιαλιτέ της Σαντορίνης.

Όταν πρόκειται να καταναλωθεί, τη μουσκεύουν και τη συνδυάζουν κατά κανόνα με μια σάλτσα ντομάτας, ως συνοδευτικό της φάβας.

Η κάπαρη συλλέγεται σε διάφορα στάδια της ανάπτυξής της. Το πλέον αγαπητό τμήμα του φυτού είναι τα μπουμπούκια, τα οποία πρέπει να συλλεχθούν πριν αρχίσουν να ανοίγουν. Η εργασία που απαιτείται είναι κοπιαστική, αφού η συγκομιδή πρέπει να γίνει με γρήγορους ρυθμούς, συνήθως κατά τη διάρκεια της ημέρας την εποχή της ανθοφορίας, γιατί τα μπουμπούκια ανθίζουν γρήγορα.

Ποιότητα

Η ποιότητα κρίνεται συνήθως από το μέγεθος: όσο πιο μικρά τα στελέχη, τόσο το καλύτερο. Δεν αποτελεί λοιπόν έκπληξη το γεγονός ότι η μικροσκοπική γαλλική κάπαρη, που δεν έχει όμοιά της, είναι από τις πιο αγαπητές της Μεσογείου.

Στην Ελλάδα, ωστόσο, δεν γεύονται μόνο τα μπουμπούκια. Οι Έλληνες αρέσκονται και στα φύλλα του φυτού, τα οποία βράζουν, όπως άλλωστε κάνουν και με άλλα είδη χόρτων, και τα περιχύνουν με λάδι και ξύδι ή χυμό λεμονιού ή ακόμα τα κάνουν τουρσί και τα σερβίρουν πάλι ως σαλατικό, στο οποίο συχνά προσθέτουν ντομάτες, ελαιόλαδο και κατσικίσια τυριά από τα νησιά.

Εκτιμούν ακόμα τον καρπό της κάπαρης, που προκύπτει μετά την ολοκλήρωση της ανθοφορίας. Ο καρπός αυτός είναι μακρόστενος και παχύς και θυμίζει κάπως σταφύλι, ενώ η υφή του είναι τραχιά και ελαφρώς ινώδης. Τουρσί γίνονται και οι καρποί.

Η κάπαρη θεωρείται ορεκτικό και διουρητικό βότανο. Με την κάπαρη αρωματίζεται το λάδι, ξίδι ή βούτυρο, προστίθεται σε τυριά, γαρνιτούρες ή γίνονται τουρσιά και πίκλες.

Οι Έλληνες χρησιμοποιούμε την κάππαρη για να γαρνίρουμε σαλάτες, από μια κλασική χωριάτικη μέχρι κρητικούς ντάκους. Η μεγαλύτερη ποικιλία εδεσμάτων που περιλαμβάνουν κάπαρη συναντάται αναμφίβολα στις Κυκλάδες.

Οι μικροί καρποί μαγειρεύονται με ψάρι και κυρίως παστό μπακαλιάρο, φτιάχνονται ακόμα με κροκέτες, χρησιμοποιούνται ως καρύκευμα στη μελιτζανοσαλάτα, ενώ είναι δυνατόν να τους βράσουν για να τους σερβίρουν συνήθως με φάβα, φαγητό που αποτελεί τοπική σπεσιαλιτέ της Σαντορίνης.

Στην κάπαρη, επίσης, αποδόθηκαν θεραπευτικές ιδιότητες. Ο φλοιός της ρίζας χρησιμοποιείται στη θεραπεία διαφόρων παθήσεων όπως αρθρίτιδες, ρευματισμοί, πονόδοντοι και σε παθήσεις του δέρματος. Στην αρχαιότητα πίστευαν ότι το φυτό έχει θεραπευτικές αλλά και μαγικές ιδιότητες.

Ο αρχαίος γιατρός Διοσκουρίδης συνιστούσε τα φύλλα και τη ρίζα του φυτού για να εξαφανίζονται τα πρηξίματα. Στη φαρμακευτική χρησιμοποιείται σε περιπτώσεις αδυναμίας, ως διεγερτικό της κυκλοφορίας και των αναπνευστικών λειτουργιών.

Δίνεται στις έγκυες πριν από τη γέννα για να προκαλέσει συσπάσεις στη μήτρα. Σταματά τη διάρροια και τους σπασμούς στο στομάχι και το έντερο, ενώ χρησιμοποιείται και κατά της ανικανότητας. Τέλος, χρησιμοποιείται στα τσιμπήματα από σφήκες και στα δαγκώματα φιδιών.

Πηγές: www.nutrimed.gr