Η κύηση, ως γνωστόν, αποτελεί μια ευαίσθητη περίοδο στη ζωή της γυναίκας. Ειδικά στις μέρες μας, συνήθως λόγω επαγγελματικών υποχρεώσεων, η εγκυμοσύνη προγραμματίζεται σε μεγαλύτερη σε σύγκριση με το παρελθόν ηλικία για τη γυναίκα και ο αριθμός των κυήσεων μετά από εξωσωματική γονιμοποίηση αυξάνεται κατακόρυφα.

Για τους λόγους αυτούς, σήμερα μια κύηση χαρακτηρίζεται συχνά ‘πολύτιμη’ και η επιτυχής έκβασή της αποτελεί, όσο ποτέ άλλοτε, ηθική υποχρέωση του θεράποντος γυναικολόγου-μαιευτήρα και συνίσταται στην τακτική παρακολούθηση, πρόληψη, έγκαιρη αντιμετώπιση και θεραπεία οποιασδήποτε διαταραχής ή ασθένειας εμφανιστεί κατά τη διάρκεια αυτής.

Ο σακχαρώδης διαβήτης της κύησης αποτελεί μια ξεχωριστή κατηγορία σακχαρώδους διαβήτη και χαρακτηρίζεται από την εμφάνιση διαταραχής ανοχής στη γλυκόζη για πρώτη φορά κατά την κύηση. Στην περίπτωση που προϋπάρχει διαβήτης, είτε τύπου 1, είτε τύπου 2, τότε δεν πρόκειται για διαβήτη κύησης, αλλά κύηση σε έδαφος προϋπάρχοντος διαβήτη.

Ο ΣΔ της κύησης αποτελεί πάντως μια προσωρινή διαταραχή και ανάλογα με τον πληθυσμό που μελετάται εμφανίζεται σε ποσοστό 2-10%.

Αιτιολογία

Κατά τη διάρκεια της κύησης, το έμβρυο τρέφεται μέσω του πλακούντα από τον οποίο παράγονται ορμόνες που είναι απαραίτητες για την ανάπτυξή του. Οι ορμόνες αυτές (κορτιζόλη, προγεστερόνη, οιστραδιόλη, προλακτίνη, εμβρυϊκό πλακουντιακό γαλακτογόνο) παρουσιάζουν μέγιστη έκκριση κατά την 24η-28η εβδομάδα της κύησης (εξαιρείται η προγεστερόνη την 32η εβδομάδα) και εμποδίζουν τη δράση της ινσουλίνης στο σώμα της εγκύου.

Σε κάποιες περιπτώσεις η έγκυος καταφέρνει να ξεπεράσει τον στρεσογόνο αυτό παράγοντα και το πάγκρεας παράγει περισσότερη ινσουλίνη, διατηρώντας έτσι τα επίπεδα σακχάρου στο αίμα της γυναίκας σε φυσιολογικές τιμές. Στην αντίθετη περίπτωση έχουμε ‘αντίσταση στην ινσουλίνη’ και η έγκυος εμφανίζει διαβήτη κύησης.

Μετά τον τοκετό, οπότε και τα επίπεδα αυτών των ορμονών είναι χαμηλότερα, τα επίπεδα του σακχάρου στο αίμα της γυναίκας συνήθως επανέρχονται στα φυσιολογικά επίπεδα.

Επιπτώσεις στη μητέρα και στο έμβρυο

Ο διαβήτης της κύησης, εφόσον διαγνωστεί, χαρακτηρίζει αυτόματα την κύηση ως κύηση υψηλού κινδύνου που χρήζει ιδιαίτερης προσοχής.

Όσον αφορά στη μητέρα, αυξάνεται ο κίνδυνος εμφάνισης υπέρτασης και προεκλαμψίας και επιβάλλεται η καισαρική τομή. Η μητέρα διατρέχει επίσης τον κίνδυνο να εμφανίσει διαβήτη τύπου 2 ή διαταραχή ανοχής στη γλυκόζη στο μέλλον.

Όσον αφορά στο έμβρυο, αυξάνεται ο κίνδυνος της μακροσωμίας (δηλαδή βάρος γέννησης>4kg ή βάρος >90η θέση για την εβδομάδα κύησης). Η αύξηση του μεγέθους του εμβρύου μπορεί να προκαλέσει δυσκολίες κατά τον τοκετό και πιθανώς να οδηγήσει σε τραυματισμό του.

Η μακροσωμία ευθύνεται επίσης σε μεγάλο βαθμό για τη μελλοντική παχυσαρκία στην παιδική και εφηβική ηλικία.

Παράλληλα, το έμβρυο διατρέχει τον κίνδυνο για υπογλυκαιμία κατά τον τοκετό, υπομαγνησιαιμία και υπασβεστιαιμία. Έχει παρατηρηθεί αυξημένη πιθανότητα για νεογνικό ίκτερο και πρόωρο τοκετό.

Συσχέτιση επίσης με τον διαβήτη της κύησης εμφανίζεται να έχει και το σύνδρομο αναπνευστικής δυσχέρειας στα νεογνά, λόγω του ότι καθυστερεί η πνευμονική ωρίμανση.

Ο διαβήτης της κύησης δεν ενοχοποιείται για αυξημένο κίνδυνο συγγενών ανωμαλιών. Αντίθετα, ο προϋπάρχων διαβήτης φαίνεται να παίζει σημαντικό ρόλο στη γέννηση τέτοιων παιδιών.

Παράγοντες κινδύνου

Αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης διαβήτη κύησης έχουν οι γυναίκες που:

  • Είναι ιδιαίτερα παχύσαρκες πριν την εγκυμοσύνη
  • Έχουν ατομικό ή οικογενειακό ιστορικό διαβήτη (συγγενής 1ου βαθμού) ή διαταραχή ανοχής στη γλυκόζη
  • Έχουν ιστορικό με επιπλοκές σε προηγούμενη κύηση
  • Έχουν υπέρταση ή δυσλιπιδαιμία
  • Έίναι 30 ετών και άνω

Πότε και πώς γίνεται η διάγνωση

Ο έλεγχος γίνεται κατά την 24η-26η εβδομάδα της κύησης, αρχικά με φόρτιση με 50γρ. γλυκόζης. Αν μία ώρα μετά, το σάκχαρο μετρηθεί και βρεθεί >200mg/dl, τότε τίθεται άμεσα η διάγνωση για διαβήτη κύησης. Αν το σάκχαρο μία ώρα μετά βρεθεί μεταξύ 140 και 200mg/dl, τότε επαναλαμβάνουμε τη δοκιμασία, χορηγώντας 100γρ.

γλυκόζης.

ΧΡΟΝΟΣ          ΤΙΜΗ ΣΑΚΧΑΡΟΥ

T=O                 95mg/dl

T=60min           180mg/dl

T=120min         155mg/dl

T=180min          140mg/dl

Σημειώνεται ότι διάγνωση διαβήτη τίθεται όταν τουλάχιστον δύο τιμές σακχάρου υπερβαίνουν τις παραπάνω τιμές. Εάν προκύψει μόνο μία τιμή παθολογική, συστήνεται επανάληψη ένα μήνα μετά. Η διάγνωση του διαβήτη τίθεται απευθείας, όταν το σάκχαρο νηστείας το πρωί βρεθεί πάνω από 126mg/dl (συνήθως πρόκειται για προϋπάρχοντα διαβήτη που ήταν αδιάγνωστος).

Ειδικά για γυναίκες με παράγοντες κινδύνου, ο έλεγχος πρέπει να γίνεται από την αρχή και αν αυτός αποβεί αρνητικός, πρέπει να επαναληφθεί την 20η εβδομάδα της κύησης. Επίσης, για την ίδια κατηγορία γυναικών, συστήνεται να γίνεται καμπύλη σακχάρου και μεταξύ 32ης και 34ης εβδομάδας κύησης.

Αντιμετώπιση

Η έγκυος με διαβήτη κύησης χρήζει τακτικής παρακολούθησης από γυναικολόγο και ενδοκρινολόγο.

Ισορροπημένη διατροφή με μικρά και συχνά γεύματα, αποφυγή τροφών πλούσιων σε λιπαρά και ζάχαρη είναι ο βασικός κορμός οδηγιών που πρέπει να ακολουθείται. Τακτική άσκηση χαμηλής έντασης και μεγάλης διάρκειας (πχ. περπάτημα) επιβάλλεται κατά τη διάρκεια της κύησης.

Αν, παρ’ όλα αυτά, δεν καταστεί δυνατή η επίτευξη επιπέδων σακχάρου αίματος εντός φυσιολογικών ορίων, είναι αναγκαία η έναρξη ινσουλινοθεραπείας.

Μετά τον τοκετό, η μητέρα πρέπει να υποβάλλεται σε τακτικό έλεγχο για την πιθανότητα ανάπτυξης ΣΔ τύπου 2.

Συμπερασματικά λοιπόν, ο διαβήτης της κύησης ευθύνεται για ένα σύνολο επιπλοκών που μπορούν να θέσουν σε κίνδυνο την ίδια την κύηση, τη μητέρα και το έμβρυο. Η έγκαιρη διάγνωση και η σωστή αντιμετώπιση όμως, απομακρύνει κάθε κίνδυνο και συντελεί στην επιτυχή και ασφαλή έκβαση της κύησης.

Πηγές: Μαρία Βογιατζίδου, Ειδικευόμενη Ενδοκρινολόγος Ενδοκρινολογικού Τμήματος Πανεπιστημίου Πατρών.