Ο καρκίνος του θυρεοειδούς αδένα αποτελεί το συχνότερο ενδοκρινικό καρκίνο και μόλις το 1% όλων των κακοηθών νεοπλασιών του ανθρώπου. Ο επιπολασμός της νόσου στον ελληνικό πληθυσμό υπολογίζεται ότι ξεπερνά τα 15.000 άτομα περίπου, με θανάτους 20-40 άτομα το χρόνο και με τάση αύξησης της συχνότητάς του τα τελευταία χρόνια.

Ο θυρεοειδικός καρκίνος είναι συχνότερος στις γυναίκες σε σύγκριση με τους άνδρες, με σχέση 3:1. Σε αντίθεση με άλλους καρκίνους, είναι στο μεγαλύτερο ποσοστό των ασθενών θεραπεύσιμος. Υπάρχουν διάφοροι τύποι θυρεοειδικού καρκίνου, αλλά ο συχνότερος και καλύτερης πρόγνωσης είναι το θυλακιοκυτταρικό καρκίνωμα (> 90%), ενώ άλλοι σπάνιοι τύποι είναι το μυελοειδές, το λέμφωμα και το αναπλαστικό καρκίνωμα θυρεοειδούς.

Ο ακριβής παθογενετικός μηχανισμός που οδηγεί στη δημιουργία του θυρεοειδικού καρκίνου δεν είναι γνωστός, όπως άλλωστε συμβαίνει με κάθε καρκίνο. Η ανάπτυξή του επηρεάζεται από περιβαλλοντικούς (ιωδοπενία, εξωτερική ακτινοβολία), γενετικούς και ορμονικούς παράγοντες και ορισμένοι τύποι συνδυάζονται με άλλα οικογενή νεοπλασματικά σύνδρομα, όπως της πολλαπλής ενδοκρινικής νεοπλασίας τύπου 2 (ΜΕΝ 2).

Διάφορα ογκογονίδια όπως το RAS, το RET, το RET/PTC, το BRAF και το p53 έχουν ενοχοποιηθεί για την καρκινογένεση στον θυρεοειδή. Στην καθημερινή πράξη όμως, τα ογκογονίδια αυτά δεν μπορούν να χρησιμεύσουν ως προγνωστικοί δείκτες, επειδή η συχνότητά τους στον καρκίνο του θυρεοειδούς ποικίλλει στους διαφόρους πληθυσμούς και αντανακλά τους διαφορετικούς γενετικούς και περιβαλλοντικούς παράγοντες που επιδρούν στην καρκινογένεση.

Ο καρκίνος του θυρεοειδούς, συνήθως δεν προκαλεί πόνο και σπάνια εμφανίζει συμπτώματα. Στις μισές περίπου των περιπτώσεων ανιχνεύεται τυχαία, κατά τη διάρκεια ελέγχου ρουτίνας ή ελέγχου για άσχετα προβλήματα υγείας. Συχνά, ανευρίσκεται από τον ίδιο τον ασθενή που αντιλαμβάνεται κάποια διόγκωση στην περιοχή του θυρεοειδούς.

Η ανεύρεση όζων στο θυρεοειδή με την απλή ψηλάφηση είναι συχνή και αυξάνει με την ηλικία. Υπολογίζεται πως σε πληθυσμούς της Ευρώπης και των ΗΠΑ διαπιστώνεται ψηλαφητικά η ύπαρξη ενός ή περισσοτέρων όζων σε ποσοστό 0,8-1,5% των ανδρών και 5,3-6,4% των γυναικών.

Ο κίνδυνος κακοήθειας στους ψηλαφητούς όζους κυμαίνεται μεταξύ 2-3% σε περιοχές με ιωδοπενία και 4-8% σε περιοχές χωρίς ιωδοπενία. Τελευταία έχει δειχθεί, ότι ο κίνδυνος κακοήθειας είναι παρόμοιος σε ασθενείς με μονήρη συμπαγή όζο και σε αυτούς με πολυοζώδη βρογχοκήλη (πολλαπλοί όζοι).

Πώς γίνεται η διάγνωση του καρκίνου του θυρεοειδούς;

Είναι γνωστό ότι ένα μεγάλο ποσοστό των ανθρώπων αναπτύσσουν θυρεοειδικούς όζους κατά τη διάρκεια της ζωής τους, οι περισσότεροι από τους οποίους είναι μικροί και στερούνται κλινικής σημασίας. Παρόλα αυτά, επειδή λίγοι από αυτούς κρύβουν κακοήθεια, η διαγνωστική προσέγγιση για τον αποκλεισμό καρκίνου αποτελεί συχνό και σημαντικό κλινικό πρόβλημα.

Σχεδόν όλοι οι ασθενείς με θυρεοειδικό καρκίνο έχουν φυσιολογικό μεταβολισμό και φυσιολογικές θυρεοειδικές ορμόνες (Τ4, Τ3 και ΤSH). Δεν υπάρχουν ειδικοί βιοχημικοί δείκτες που να διαχωρίζουν τους καλοήθεις από τους κακοήθεις όζους του θυρεοειδούς εκτός από την τιμή της καλσιτονίνης, η οποία θα πρέπει οπωσδήποτε να προσδιορίζεται προεγχειρητικά στις περιπτώσεις οικογενούς μυελοειδούς καρκινώματος.

Η θυρεοσφαιρίνη, μια ορμόνη που παράγεται από τα θυρεοειδικά θυλάκια δεν είναι διαγνωστική κακοήθειας προεγχειρητικά, όμως αποτελεί τον πιο αξιόπιστο δείκτη παρακολούθησης των θυλακιοκυτταρικών καρκινωμάτων μετά τη χειρουργική αφαίρεση του αδένα και την καταστροφή των υπολειμμάτων με ραδιενεργό ιώδιο.

Το υπερηχογράφημα είναι μια ακίνδυνη και ανώδυνη εξέταση που χρησιμοποιείται σήμερα ευρέως για την επιβεβαίωση της ύπαρξης οζιδίων στο θυρεοειδή, τον ακριβή υπολογισμό του μεγέθους και της σύστασης αυτών και τον εντοπισμό πιθανά διογκωμένων λεμφαδένων στην περιοχή του τραχήλου.

Τα χαρακτηριστικά ενός όζου που είναι ύποπτος για κακοήθεια περιλαμβάνουν τα ασαφή όρια, την υποηχογένεια, τις μικροαποτιτανώσεις, την αυξημένη εσωτερική αγγείωση και την παρουσία σύστοιχης λεμφαδενοπάθειας.

Η κυτταρολογική εξέταση των επιχρισμάτων των όζων του θυρεοειδούς μετά από βιοψία με λεπτή βελόνα (FNA), αποτελεί την καλύτερη διαγνωστική δοκιμασία για την ύπαρξη κακοήθειας. Σε μη ψηλαφητούς όζους (<1cm) ή σε όζους με μικτή σύσταση (κυστική και συμπαγή) η FNA γίνεται υπό υπερηχογραφική καθοδήγηση, γεγονός που την καθιστά ακόμα πιο ευαίσθητη.

Η ευαισθησία της μεθόδου κυμαίνεται από 57-98% και η ειδικότητα από 70-100%. Τα ποσοστά ψευδώς θετικών διαγνώσεων κυμαίνονται από 0-4%, των δε ψευδώς αρνητικών από 1-11%. Το σπινθηρογράφημα σπάνια χρησιμοποιείται σήμερα στη διερεύνηση των όζων του θυρεοειδούς.

Παράγοντες που συνηγορούν στην παρουσία κακοήθειας του θυρεοειδούς

  • Θετικό οικογενειακό ιστορικό
  • Ηλικία < 20 ή > 60 ετών
  • Φύλο άνδρες > γυναίκες
  • Ιστορικό ακτινοβολίας στον τράχηλο
  • Γρήγορη ανάπτυξη του όζου ή αύξηση αυτού υπό αγωγή με θυροξίνη
  • Πόνος ή πιεστικά φαινόμενα (δυσφαγία, βράγχος φωνής, δύσπνοια)
  • Κλινικά ευθυρεοειδισμός ή TSH φυσιολογική
  • Μονήρης όζος > πολλαπλοί όζοι
  • Σκληρός, μεγάλος και με ασαφή όρια όζος
  • Παρουσία τραχηλικών λεμφαδένων.

Πηγές: Ανδρομάχη Βρυωνίδου-Μπομποτά, Αναπληρώτρια Διευθύντρια Τμήματος Ενδοκρινολογίας & Μεταβολισμού, Γ.Ν.Α. 'Κοργιαλένειο-Μπενάκειο ΕΕΣ'.