Της Κωσταλένιας Καλλιανιώτη

Τα φυτοοιστρογόνα, τα οποία ενίοτε καλούνται και 'διατροφικά οιστρογόνα', αποτελούν μία ξεχωριστή ομάδα φυσικών μη στεροειδικών φυτικών συστατικών τα οποία, λόγω της δομικής ομοιότητάς τους με την εστραδιόλη, εμφανίζουν οιστρογονικές ή/ και μη οιστρογονικές ιδιότητες.

Η ομοιότητά τους αυτή (σε μοριακό επίπεδο) με τα οιστρογόνα, τους επιτρέπει να δρουν μιμούμενα τα οιστρογόνα. Άλλωστε, το όνομά τους προκύπτει από τις λέξεις φυτό και οίστρος = η περίοδος γονιμότητας για τα θηλυκά θηλαστικά, γεγονός που υποδηλώνει και τη δράση τους.

Τα φυτοοιστογόνα ανήκουν σε μία μεγάλη ομάδα φαινολικών στοιχείων, γνωστών ως φλαβονοειδή: τα κουμεστάνια και οι ισοφλαβόνες είναι δύο από τους βασικότερους εκπροσώπους αυτής της τάξης.

Οι περισσότερες επιστημονικές μελέτες έχουν γίνει πάνω στις ισοφλαβόνες, οι οποίες απαντώνται σε υψηλή περιεκτικότητα στη σόγια και στο κόκκινο τριφύλλι. Τα πολλά δημοσιευμένα αντιφατικά αποτελέσματα για την επίδραση των ισοφλαβονών σε πολλά όργανα που ρυθμίζονται από τα οιστρογόνα καταδεικνύουν τόσο ωφέλιμες όσο και αρνητικές επιδράσεις στην ανθρώπινη υγεία.

Τα λιγνάνια έχουν επίσης αναγνωριστεί ως φυτοοιστρογόνα, παρά το γεγονός ότι δεν ανήκουν στην ομάδα των φλαβονοειδών. Τα φυτοοιστρογόνα δεν μπορούν να θεωρηθούν ως θρεπτικά συστατικά, δεδομένου ότι η έλλειψή τους δεν προκαλεί συγκεκριμένα συμπτώματα έλλειψης ούτε είναι απαραίτητα για τη διεξαγωγή των φυσιολογικών λειτουργιών του σώματος.

Ο μηχανισμός δράσης των φυτοοιστρογόνων έγκειται στην ιδιότητά τους να 'μιμούνται' τη δράση των οιστρογόνων, όπως προαναφέραμε. Τα φυτοοιστρογόνα έχουν δράση παρόμοια των οιστρογόνων σε χαμηλές δόσεις, αλλά δρουν ως ανταγωνιστές τους όταν προσληφθούν σε μεγαλύτερες ποσότητες.

Τα οιστρογόνα ενεργοποιούν μία οικογένεια πρωτεϊνών, οι οποίες ονομάζονται οιστρογονικοί υποδοχείς. Σημαντική είναι η εκλεκτική δράση ορισμένων φυτοοιστρογόνων που ονομάζονται Εκλεκτικοί Τροποποιητές Οιστρογονικών Υποδοχέων (SERMs).

Αυτές οι ουσίες φαίνονται να προσφέρουν σημαντική ανακούφιση στα συμπτώματα της εμμηνόπαυσης, όπως οι εξάψεις και οι εφιδρώσεις, ενώ παράλληλα προστατεύουν την υγεία των οστών. Η εκλεκτική τους δράση δείχνει ότι δεν επηρεάζουν τους ευαίσθητους ιστούς του μαστού και της μήτρας.

Αν και άρχισαν να παρατηρούνται σαν συστατικά ήδη από το 1926, ήταν ακόμη άγνωστη η επίδραση που μπορεί να είχε η κατανάλωσή τους στον ανθρώπινο οργανισμό. Κάποια χρόνια αργότερα, το 1940, παρατηρήθηκε για πρώτη φορά ότι το πράσινο μέρος του κόκκινου τριφυλλιού (ενός φυτού πλούσιου σε φυτοοιστρογόνα) είχε ευεργετική επίδραση στη γονιμότητα των προβάτων που το κατανάλωναν.

Έκτοτε έχουν γίνει αρκετές μελέτες σχετικά με τον διατροφικό ρόλο των ουσιών αυτών στην υγεία του ανθρώπου. Ολοένα και αυξανόμενα είναι τα επιστημονικά δεδομένα που υποστηρίζουν την προστατευτική τους δράση ενάντια σε πολλές παθήσεις όπως είναι ο καρκίνος του προστάτη, του μαστού, του παχέος εντέρου και άλλοι τύποι καρκίνου, τα καρδιαγγειακά νοσήματα, διαταραχές της εγκεφαλικής λειτουργίας, τα συμπτώματα της εμμηνόπαυσης και η οστεοπόρωση.

Πηγές φυτοοιστρογόνων

Σύμφωνα με μία μελέτη Καναδών ερευνητών σχετικά με την περιεκτικότητα των 9 πιο κοινών φυτοοιστρογόνων στις δίαιτες δυτικού τύπου, τα τρόφιμα με την υψηλότερη περιεκτικότητα σε φυτοοιστρογόνα είναι οι ξηροί καρποί και τα διάφορα έλαια, τα προϊόντα σόγιας, τα δημητριακά και τα σιτηρά, τα όσπρια, τα προϊόντα κρέατος, τα λαχανικά, τα φρούτα, καθώς και διάφορα αλκοολούχα και μη ποτά.

Το λινέλαιο, καθώς και άλλα έλαια ήταν μεταξύ των τροφών με την μεγαλύτερη περιεκτικότητα σε φυτοοιστρογόνα, ακολουθούμενα από τα φασόλια σόγιας και το τόφου.

Η υψηλότερη περιεκτικότητα σε φυτοοιστρογόνα βρίσκεται στα φασόλια σόγιας και στα προϊόντα τους (πχ, τόφου), ακολουθούν τα όσπρια, ενώ τα λιγνάνια αποτελούν κύρια πηγή φυτοοιστρογόνων στους ξηρούς καρπούς και τα έλαια (λιναρόσπορος), ενώ βρίσκονται επίσης στα όσπρια, τα φρούτα και τα λαχανικά.

Η περιεκτικότητα των διαφόρων τροφών σε φυτοοιστρογόνα ποικίλλει σημαντικά ακόμη και μεταξύ των τροφίμων της ίδιας κατηγορίας (πχ, ροφήματα σόφιας, τόφου) και εξαρτάται από τις διαδικασίες επεξεργασίας και παραγωγής των τροφών.



Γυναίκες και εμμηνόπαυση

Κατά την περίοδο της εμμηνόπαυσης, το σώμα της γυναίκας σταματά να παράγει οιστρογόνα. Τα φυτοοιστρογόνα μπορούν να αντικαταστήσουν σε ένα σημαντικό βαθμό τη λειτουργία των φυσικών οιστρογόνων του σώματος, καθώς έχει φανεί ότι η κατανάλωση τροφίμων πλούσιων σε φυτοοιστρογόνα μπορεί να ανακουφίσει από τα δυσάρεστα συμπτώματα της εμμηνόπαυσης.

Έχει μάλιστα προκύψει ότι η κατανάλωση 50-75mg φυτοοιστρογόνων ημερησίως μπορεί να οδηγήσει σε σημαντική μετρίαση των εξάψεων. Όσον αφορά στην υγεία των οστών, φαίνεται ότι η κατανάλωση φυτοοιστρογόνων μπορεί να βοηθήσει στη διατήρηση της οστικής μάζας.

Μάλιστα, υπάρχουν μελέτες που δείχνουν ότι ένας συνδυασμός φυτοοιστρογόνων, το DT56a, μπορεί να βελτιώσει την οστική πυκνότητα μετά από συστηματική χρήση.

Άλλες δράσεις των φυτοοιστρογόνων

Ευρήματα επιστημονικών μελετών έχουν αναδείξει και την αξία των φυτοοιστρογόνων στην πρόληψη από την εμφάνιση καρδιαγγειακών νοσημάτων. Φαίνεται ότι η κατανάλωση συγκεκριμένης ποσότητας τόφου την ημέρα (είδος τυριού το οποίο παρασκευάζεται από γάλα σόγιας), μπορεί να οδηγήσει σε ρύθμιση των επιπέδων χοληστερόλης στο αίμα.

Υπάρχει επιπλέον σημαντικός αριθμός ερευνών οι οποίες δείχνουν ότι τα φυτοοιστρογόνα έχουν αντικαρκινική δράση.

Επιδημιολογικές μελέτες έχουν δείξει προστατευτική δράση ενάντια στην εμφάνιση καρκίνου του μαστού, ωστόσο τα δεδομένα δεν είναι ακόμη ισχυρά ώστε να διεξαχθούν συγκεκριμένα συμπεράσματα.

Θα πρέπει τέλος να αναφέρουμε ότι σκευάσματα με φυτοοιστρογόνα χρησιμοποιούνται πλέον εναλλακτικά της θεραπείας της ορμονικής αποκατάστασης κατά την εμμηνόπαυση, και κυκλοφορούν με τη μορφή συμπληρωμάτων διατροφής. Θα πρέπει να τονίσουμε ότι τα συγκεκριμένα, όπως και οποιοδήποτε συμπλήρωμα θα πρέπει να λαμβάνονται κατόπιν σύστασης του γιατρού και του διατροφολόγου, ενώ θα πρέπει να έχουν προηγηθεί εργαστηριακές εξετάσεις για τον έλεγχο των επιπέδων ορμονών στο αίμα.


Πηγές: www.nutrimed.gr