Η λεύκη είναι μία νόσος άγνωστης ακόμα αλλά πιθανόν ανοσολογικής αιτιολογίας. Πιθανολογούμε δηλαδή ότι ο ίδιος ο οργανισμός στρέφεται κατά των μελανινοκυττάρων του καταστρέφοντάς τα. Μερικές φορές συνυπάρχει με άλλα ανοσολογικής αιτιολογίας νοσήματα όπως π.χ αυτοάνοση θυρεοειδίτιδα.

Η λεύκη εκδηλώνεται ως σταδιακή και βραδεία εμφάνιση λευκωπών κηλίδων σε διάφορα μέρη του σώματος και συνήθως γύρω από το στόμα, τα μάτια, τα γεννητικά όργανα αλλά και σε περιοχές που δέχονται τριβή όπως π.χ τα χέρια ή τα πόδια.

Η έκταση των περιοχών με λεύκη ποικίλει από λίγες μικρές βλάβες έως πολλές και μεγάλες ή και σχεδόν πλήρη αποχρωματισμό. Οι περισσότερες μορφές λεύκης παρουσιάζουν συμμετρία, ενώ υπάρχει και μορφή που εμφανίζεται σε ένα τμήμα του σώματος.

Στα σημεία με αχρωμία δεν υπάρχουν μελανινοκύτταρα. Επίσης, λεύκη μπορεί να εμφανιστεί και σε σημεία τραυματισμού του δέρματος από διάφορες αιτίες (φαινόμενο Koebner).

Δεν είναι όμως όλες οι λευκωπές κηλίδες λεύκη. Άλλες καταστάσεις, όπως η ποικιλόχρους πιτυρίαση, η μεταφλεγμονώδης υποχρωμία, η λευκή πιτυρίαση, ο αχρωμικός σπίλος συγχέονται συχνά με λεύκη από τους ασθενείς ή ακόμα και τον μη ειδικό ιατρό.

Στο ένα τρίτο των περιπτώσεων υπάρχει κληρονομικότητα και μπορεί το νόσημα να εμφανιστεί σε οποιαδήποτε ηλικία με τις μισές περιπτώσεις να εμφανίζονται πριν την ηλικία των 20 ετών και όλες σχεδόν πριν τα 40. Συνήθως, οι αχρωμικές κηλίδες αυξάνουν βαθμιαία σε μέγεθος, οδηγώντας σε σημαντικό αισθητικό πρόβλημα, ειδικά σε σκουρόχρωμα άτομα.

Επίσης η απώλεια της χρωστικής μπορεί να αφορά και στα μαλλιά ή στους βλεννογόνους. Σε ένα κυμαινόμενο 10-25% των περιπτώσεων ποσοστό το χρώμα μπορεί να επανέλθει αυτόματα ξεκινώντας γύρω από τις τρίχες (περιθυλακικά).

Αποτελεσματική θεραπεία δεν υπάρχει για όλες τις περιπτώσεις. Ως θεραπευτικές επιλογές έχουν χρησιμοποιηθεί τοπικά κορτικοστεροειδή (κορτιζόνη), τοπικά ανοσοτροποποιητικά φάρμακα με εκπροσώπους το τακρόλιμους (Elidel) και πιμεκρόλιμους (Protopic), φωτοχημειοθεραπεία (PUVA).

Η PUVA συνίσται σε λήψη φωτοευαισθητοποιών ουσιών και στη συνέχεια έκθεση σε UVA ακτινοβολία ώστε να διεγερθεί η μελανινογένεση. O ασθενής με λεύκη πρέπει να μην έχει υπερβολικές προσδοκίες από τη θεραπεία, διότι πολλές φορές απαιτούνται αρκετοί μήνες για να επιτευχθεί επαναμελάχρωση, ενώ συχνά τα αποτελέσματα δεν διαρκούν.

Είναι επίσης πολύ σημαντική η αντιηλιακή προστασία των περιοχών με λεύκη, καθώς λείπει η φυσική προστασία της μελανίνης στις πάσχουσες περιοχές που εύκολα παθαίνουν εγκαύματα.

Τέλος, η κάλυψη των περιοχών με λεύκη με ειδικά προιόντα (make-up) συντελεί στο να διορθωθεί το αισθητικό πρόβλημα και να βελτιωθεί η ψυχολογία των ασθενών. Αντίθετα, σε προχωρημένες μεγάλης έκτασης μορφές λεύκης, η ομοιοχρωμία επιτυγχάνεται με το μόνιμο αποχρωματισμό των φυσιολογικών περιοχών.