Είναι αδιαμφισβήτητο ότι η παχυσαρκία στις μέρες μας παίρνει επιδημικές διαστάσεις, καθώς ούτε λίγο ούτε πολύ 2 στους 3 συνανθρώπους μας, στις δυτικού τύπου κοινωνίες έχουν βάρος μεγαλύτερο από το κανονικό. Τι κάνουν όμως οι διαιτολόγοι, οι γιατροί, οι ψυχολόγοι, οι γυμναστές και όλοι οι επιστήμονες που εμπλέκονται στην αντιμετώπιση της σύγχρονης αυτής μάστιγας; Με απόλυτη ειλικρίνεια.....όχι και πολλά πράγματα. Αν αναλογιστούμε ότι 2 στους 3 που χάνουν βάρος το ξαναπαίρνουν σε 1 χρόνο και σχεδόν όλοι σε 5 χρόνια, τότε, χωρίς υπεrβολή, η συμβολή της επιστημονικής κοινότητας είναι ελάχιστη.

Σε πρόσφατη δημοσίευση στο περιοδικό Οbesity reviews οι M. Sharma και R. Padwal από το πανεπηστήμιο της Alberta, στον Καναδά, τονίζουν ότι η σύσταση «φάε λιγότερο, κινήσου περισσότερο» είναι όχι απλά μη αποτελεσματική, αλλά χάσιμο χρόνου. Οι συγγραφείς του άρθρου κάνουν έναν πολύ εύστοχο παραλληλισμό της παχυσαρακίας με την επίσης παθολογική κατάσταση του οιδήματος. Συγκεκριμένα, όλοι γνωρίζουμε ότι το οίδημα είναι μια κατάσταση όπου το σώμα μας κρατά περισσότερο νερό από αυτό που αποβάλλει, ακριβώς όπως στην παχυσαρκία με τις θερμίδες : το σώμα μας προσλαμβάνει και αποθηκεύει περισσότερες θερμίδες από αυτές που ξοδεύει.

Για να αντιμετωπιστεί το οίδημα θα πρέπει να προσδιοριστεί η αιτία που το δημιουργεί. Τέτοιες είναι : δυσλειτουργία στα νεφρά, στο καρδιαγγειακό σύστημα, στο κυκλοφορικό, στην ηπατική λειτουργία, ακόμα θα μπορούσε να είναι ενδοκρινολογική βλάβη, φλεβική ή λεμφική δυσλειτουργία, φαρακευτική αγωγή και πολλά άλλα. Συστήνοντας λοιπόν σε κάποιον με οίδημα να περιορίσει το αλάτι και το νερό ή να πάρει διουρητικά, έχουμε λύσει το πρόβλημα; Φυσικά και όχι, θα ανακουφιστούμε από το οίδημα για μια-δυο μέρες και μετά πάλι τα ίδια. Παρόμοια συμβαίνει και με την παχυσαρκία, συστήνοντας σε κάποιον να περιορίσει το φαγητό και να αυξήσει την άσκηση. Η παχυσαρκία είναι το σύμπτωμα, η πραγματική αιτία είναι άλλη και αυτή πρέπει να εντοπίσουμε και να θεραπεύσουμε.

Για πολλά χρόνια, οι επιστήμονες προσπαθούσαν με δίαιτες, είτε αυστηρές, είτε ακόμα και σωστά σχεδιασμένες και με συστάσεις για αύξηση της άσκησης να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα του υπερβάλλοντος σωματικού βάρους.....μάταια. Και αυτό γιατί δεν κατάφεραν να εντοπίσουν τους λόγους που οδηγούν τον άνθρωπο στην υπερφαγία, την πραγματικά παθολογικά αυτή κατάσταση που κρύβεται πίσω από την παχυσαρκία. Στη σημερινή εποχή τρώμε για πολλούς άλλους λόγους εκτός από τη φυσιολογική πείνα.

Μελέτες έχουν δείξει ότι τρώμε περισσότερο όταν μας σερβίρουν σε μεγάλα πιάτα από ότι σε μικρά, όταν είμαστε μαζί με παρέα από ότι μόνοι μας, όταν εκθέτουμε τους εαυτούς μας σε αφθονία φαγητών, όταν βλέπουμε πολλές διαφημίσεις, όταν τρώμε γρήγορα, όταν προσπαθούμε να αυτοπεριοριστούμε στο φαγητό, όταν τρώμε μπροστά στην τηλεόραση και τόσες άλλες αιτίες, που ευλόγως δίνουν πρόσβαση στην επιστημονική κοινότητα να ονομάζει το περιβάλλον τροφής όπου ζούμε, «τοξικό περιβάλλον». Μία από τις αντιπροσωπευτικότερες μελέτες που δείχνουν την επίδραση του εξωτερικού περιβάλλοντος έγινε τη δεκαετία του ’70, όπου μελέτησαν μετανάστες από την Ιαπωνία που μετοίκησαν στην Αμερική (Σαν Φραντσίσκο) Ενώ λοιπόν οι Ιάπωνες είχαν χαμηλά ποσοστά υπέρβαρου, εκείνοι που μετοίκησαν στην Αμερική, υιοθετώντας τις υπάρχουσες τοπικές διατροφικές συνήθειες, όχι απλώς πάχυναν, αλλά έφτασαν σχεδόν τα ποσοστά παχυσαρκίας των γηγενών Αμερικανών.

Ας κάνουμε έναν απλό υπολογισμό κοιτώντας τον συνάδελφο του γραφείου που κάθεται δίπλα μας. Αυτός λοιπόν συνηθίζει να τρώει γρήγορα, μία φορά την εβδομάδα βγαίνει σε μια ταβέρνα με τους φίλους του και μία φορά την εβδομάδα παραγγέλνει fast-food (πίτσα ή/και σουβλάκια) βλέποντας την αγαπημένη του ομάδα στην τηλεόραση. Υποθέτοντας ότι προσλαμβάνει 5% περισσότερο φαγητό τρώγοντας γρήγορα, άλλες 300 έξτρα θερμίδες στην ταβέρνα και άλλες τόσες από το fast-food, αυτός ο άνθρωπος μέσα σε ένα χρόνο θα έχει αυξήσει το βάρος του κατά 8 κιλά περίπου. Τι να του κάνουν λοιπόν οι δίαιτες και οι συστάσεις για άσκηση; Η αντιμετώπιση του υπερβάλλοντος βάρους λοιπόν προυποθέτει τον προσδιορισμό της αιτίας της υπερφαγίας και την αντιμετώπιση της με απλά και εύκολα βήματα που αποσκοπούν στην τροποποίηση της λανθασμένης διατροφικής μας συμπεριφοράς.

Ο άνθρωπος λοιπόν για να επιβιώσει χρειάζεται να προσαρμοστεί στα νέα δεδομένα. Για εκατομμύρια χρόνια, ως κυνηγός, όποτε έβρισκε τροφή υπερκατανάλωνε (γιατί δεν ήξερε πότε θα ξαναβρεί) και αν δεν χρειαζόταν να κινηθεί (για να κυνηγήσει) ξεκουραζόταν. Επιβίωσαν εκείνοι που κατάφεραν να διαχειριστούν την έλλειψη τροφής. Σήμερα τα δεδομένα όχι απλά άλλαξαν, αλλά αντιστράφηκαν και ο άνθρωπος ζει σε αφθονία τροφής. Θα επιβιώσουν εκείνοι που θα διαχειριστούν σωστά το πλεόνασμα τροφής.