Το άτομο που αντιμετωπίζει πρόβλημα με το βάρος του, συχνά αποτελεί εύκολο θύμα και στόχο κάθε καινούργιας - παράδοξης "ανακάλυψης" που αφορά το αδυνάτισμα. Στο περιθώριο κάθε επιστημονικής προσπάθειας για ανεύρεση έστω και επικουρικής λύσης στο πολυπαραγοντικό πρόβλημα της παχυσαρκίας, βρίσκεται πάντα όλη η παραφιλολογία για σκευάσματα που αυξάνουν το μεταβολισμό, που μειώνουν την όρεξη ή για διατροφικά σχήματα που με "ιδιαίτερο" τρόπο συνεισφέρουν στο αδυνάτισμα. Στην τελευταία κατηγορία ανήκει τόσο η θεωρία της δίαιτας σύμφωνα με την ομάδα αίματος όσο και οι διατροφικές οδηγίες που δίνονται με γνώμονα την αιματολογική εξέταση, που "δείχνει" ποιες τροφές μας παχαίνουν και ποιες όχι.

Η πρώτη λοιπόν θεωρία παρόλο που βρήκε πολλούς υποστηρικτές, παροσιάζει πολλά επιστημονικά κενά και ατεκμηρίωτες επισημάνσεις, οδηγώντας μας στο συμπέρασμα πως δεν πρέπει εύκολα και αβίαστα να αποδεχόμαστε κάθε καινούρια τακτική, ιδιαίτερα δε όταν αυτή ανατρέπει δεδομένα χρόνιων επιστημονικών ερευνών, όπως το μοντέλο της Μεσογειακής διατροφής. Και το λέμε αυτό διότι σύμφωνα με αυτή την θεωρία, το μεγαλύτερο ποσοστό του γενικού πληθυσμού ανά τον κόσμο (που είναι αυτό με ομάδα αίματος Ο) οδηγείται στην αντίληψη ότι το Μεσογειακό μοντέλο διατροφής, που προτείνει το κρέας λίγες φορές το μήνα, είναι ακατάλληλο διατροφικό σχήμα και πως στην διατροφή τους πρέπει να έχουν συχνά το κρέας, παρόλο που εκατοντάδες επιστημονικά τεκμηριωμένες μελέτες υποδεικνύουν, πως η συχνή κατανάλωση κρέατος είναι άμεσα συνδεδεμένη με πολλές μορφές καρκίνου αλλά και με άλλα χρόνια εκφυλιστικά νοσήματα.

Η βασικότερη άλλωστε αμφισβήτηση, που εκφράζει το σύνολο της επιστημονικής κοινότητας απέναντι σε αυτή τη θεωρία, δεν αφορά απλά τις λεκτίνες (πρωτεϊνικής δομής μόρια, που υπάρχουν σε πολλές φυτικές τροφές) που αποτελούν τη βάση της θεωρίας του Peter D'adamo και που σε ορισμένες περιπτώσεις έχουν συσχετισθεί με την συχνότητα εμφάνισης ινσουλινοεξαρτώμενου διαβήτη και ρευματοειδούς αρθρίτιδας (μέσω συγκεκριμένων ανοσοβιολογικών μηχανισμών), αλλά το αν και κατά πόσο η δράση αυτών των ουσιών σχετίζεται και διαφοροποιείται ανάλογα με την ομάδα αίματός μας. Άλλωστε ας μην ξεχνάμε πως ο ανθρώπινος οργανισμός δεν είναι πάντα έρμαιο των λεκτινών, αλλά όταν χρειάζεται προβάλλει ισχυρότατη άμυνα δεσμεύοντας αυτές τις ουσίες, με την βοήθεια συγκεκριμένων ολιγοσακχαριτών.

Ο άλλος μοντέρνος τρόπος καθορισμός της "ιδανικής" δίαιτας είναι με βάση μια εξέταση που εικάζεται πως υποδεικνύει τις τροφές που ευθύνονται για το πρόβλημα της παχυσαρκίας του καθενός. Ουσιαστικά ο συγκεκριμένος αιματολογικός προσδιορισμός ανευρίσκει σε ποιες τροφές αντιδρά το ανοσοποιητικό μας σύστημα, παράγοντας ανοσοσφαιρίνες τύπου E (IgE) και τύπου G (IgG). Ας αποσαφηνίσουμε λοιπόν πως εκτός από μια μόνο μελέτη του Randolph το 1947 (που μάλιστα πολλοί επιστήμονες χαρακτηρίζουν αναξιόπιστη), δεν υπάρχουν επιστημονικώς τεκμηριωμένα δεδομένα, που να συσχετίζουν τις ανοσοσφαρίνες τύπου G ή τύπου E με την αύξηση του λιπώδους ιστού, που ως γνωστό καθορίζει την παχυσαρκία. Τη στιγμή λοιπόν που τα εργαστηριακά αποτελέσματα τα οποία προκύπτουν από τέτοιου είδους προσδιορισμούς, μπορεί να είναι ιδιαίτερα χρήσιμα για ένα σωρό παθολογικές καταστάσεις (όπως για παράδειγμα διάφορες φλεγμονώδεις παθήσεις του εντέρου) και η απομάκρυνηση ή η κυκλική εναλλαγή των συγκεκριμένων τροφών που το τεστ υποδεικνύει, να συνεισφέρει πράγματι σε μια καλυτέρευση της γενικότερης υγείας του ατόμου, κάποιοι σφετερίζονται την έντονη επιθυμία του κόσμου για αδυνάτισμα και υπαγορεύουν στον ενδιαφερόμενο να μην καταναλώνει αγγούρι, μια και αυτή τη τροφή "έδειξε" το τεστ ως ένοχη, για το χρόνιο πρόβλημα παχυσαρκίας που έχει!!

Ιδιαίτερη μνεία επίσης, πρέπει να γίνει και στα υποκατάστατα γευμάτων, που τα τελευταία χρόνια έχουν εμφανιστεί και στην Ελληνική αγορά. Πρόκειται συνήθως για σκευάσματα σε μορφή σκόνης, που εμπεριέχουν σχεδόν όλα τα θρεπτικά συστατικά, με πολύ μικρή περιεκτικότητα σε λιπαρά και αποδίδουν περίπου 220 θερμίδες ανά σερβίρισμα. Ο ενδιαφερόμενος καλείται να αντικαταστήσει ένα ή δύο γεύματα, με παρασκεύασμα που προκύπτει από την εν λόγω σκόνη εντάσσοντας παράλληλα τον εαυτό του, σε ένα συγκεκριμένο υποθερμιδικό διαιτολόγιο. Το καλό αποτέλεσμα τέτοιου είδους διατροφικών σχημάτων, οφείλεται στο γεγονός της απολύτου συγκεκριμένης, θερμιδικής απόδοσης των υποκατάστατων γευμάτων, σε σχέση με γεύματα που δίδονται σε μια δίαιτα αδυνατίσματος και που συχνά διαφοροποιούνται, από τη μεριά του ατόμου που εφαρμόζει τη δίαιτα, σε θερμιδική απόδοση. Πιο συγκεκριμένα, ελάχιστοι διαιτώμενοι είναι ιδιαίτερα προσεκτικοί με την ποσότητα της μερίδας που η δίαιτα υποδεικνύει, αλλά και με την μαγειρική της παρασκευή. Έτσι συνήθως αυξάνεται η θερμιδική απόδοση του γεύματος της δίαιτας, κάτι που δεν ισχύει για τα υποκατάστατα γευμάτων, όπου ο ενδιαφερόμενος το μόνο που έχει να κάνει είναι να αναμείξει τη συγκεκριμένη μεζούρα σκόνης με νερό (ή σε ορισμένες περιπτώσεις με άπαχο γάλα).

Η βασική έρευνα πάνω στην οποία στηρίζονται οι υπέρμαχοι των υποκατάστατων γευμάτων είναι αυτή των Ditschuneit et al που πρωτοδημοσιεύτηκε στην American Journal of Clinical Nutrition (1999;69:198-204) και που συμπεριέλαβε 100 ενήλικα παχύσαρκα άτομα και από τα δύο φύλα, με δείκτη μάζας σώματος έως 40. Παραταύτα οι επιφυλάξεις σχετικά με το αν και κατά πόσο τέτοιου είδους τρόποι αδυνατίσματος, θέτουν τις βάσεις για μακροχρόνια συντήρηση του απολεσθέντος βάρους, είναι υπαρκτές και βάσιμες. Τα υποκατάστατα γευμάτων που απομονώνουν το άτομο από τις οργανοληπτικές ιδιότητες της πρωτογενούς τροφής, ίσως να μην προωθούν το μοντέλο της αλλαγής της διατροφικής συμπεριφοράς του ατόμου, που ουσιαστικά αποτελεί το βασικό προσανατολισμό κάθε σωστής θεραπευτικής προσέγγισης της παχυσαρκίας. Επιπρόσθετα, συχνά γίνεται κακή χρήση των σκευασμάτων αυτών, είτε από άτομα που παραβλέπουν κάθε επιστημονική καθοδήγηση, επιδιώκοντας τη γρηγορότερη απώλεια βάρους, είτε από άτομα που ουσιαστικά δεν έχουν την ανάγκη παρακολούθησης υποθερμιδικού προγράμματος. Χρειάζονται λοιπόν και άλλες μελέτες που να αναφέρονται στα υποκατάστατα γευμάτων και που να μπορούν να αποδείξουν, τι συμβαίνει όταν το άτομο καλείται να επανέλθει σε έναν ισσοροπημένο τρόπο σίτισης. Άλλωστε η έρευνα των Ditschuneit, Flechtner, Johnson και Αdler, στο μακροχρόνιο σκέλος της (φάση 2 , διάρκεια 24 μηνών) εξακολούθησε να χρησιμοποιεί ένα υποκατάστατο γεύματος και ένα υποκατάστατο σνάκ, με αποτέλεσμα να μην δίνει επιστημονικά συμπεράσματα για το μεγάλο ζήτημα της διατηρησιμότητας και της συντήρησης του απολεσθέντος βάρους.