Η μοντέρνα επιστήμη της διαιτολογίας έχει σωρεύσει τέτοιο όγκο γνώσεων πλέον που έχει αφήσει στο παρελθόν την εποχή των γενικών διατροφικών οδηγιών που ‘έρχονται γάντι’ σε όλους. Με τα διαρκώς αυξανόμενα νέα επιστημονικά δεδομένα η εικόνα της γυναίκας που έχει φωτοτυπήσει και ακολουθεί τη δίαιτα της φίλης της μοιάζει πλέον ξεθωριασμένη.

Οι καιροί είναι απαιτητικοί για τους διαιτολόγους και υπαγορεύουν αυστηρή εξατομίκευση των οδηγιών και των διαιτολογίων στα πλαίσια μιας υψηλής ποιότητας υπηρεσιών.

Αυτό γίνεται καλύτερα κατανοητό με ένα απλό διατροφικό παράδειγμα. Η κατανάλωση κορεσμένων λιπαρών μέσα από τη διατροφή δεν αυξάνει σε όλους τους ανθρώπους το ίδιο την ολική τους χοληστερόλη. Σε αρκετούς, μάλιστα, δεν την αυξάνει καθόλου πάνω από τα επιτρεπόμενα όρια.

Ειδικά στους τελευταίους δε θα ήταν συνετό να αποκλειστούν εντελώς τροφές που περιέχουν μέτριες ποσότητες κορεσμένων λιπαρών. Κάθε άνθρωπος αντιδρά διαφορετικά, αρκετές φορές σχεδόν ιδιοσυγκρασιακά, στην κατανάλωση του ίδιου τροφίμου.

Επιπρόσθετα, η επιστήμη της διατροφογενωμικής και της διατροφογενετικής επιχειρεί πλέον να ανιχνεύσει σε γενετικό επίπεδο αυτές τις ποικίλες επιδράσεις των τροφίμων στα διάφορα άτομα, με απώτερο σκοπό τη μελλοντική κατάρτιση απόλυτα εξατομικευμένων διαιτολογίων με βάση το γενετικό προφίλ και τη συγκεκριμένη πάθηση.

Όλα τα παραπάνω καταδεικνύουν το προφανές: η επιστήμη της διατροφής προσπαθεί να κατανοήσει τον τρόπο με τον οποίο τα θρεπτικά συστατικά επηρεάζουν τον κάθε άνθρωπο ξεχωριστά. Αλλά μέχρι την κατάκτηση αυτού του στόχου επιχειρεί, με τις διάφορες έρευνες, να εντοπίσει πρώτιστα τις επιδράσεις σε μικρότερες επιμέρους πληθυσμιακές ομάδες με κοινά χαρακτηριστικά.

Έτσι, προκύπτουν ανά διαστήματα οι κατευθυντήριες διατροφικές οδηγίες στον πληθυσμό κάθε χώρας. Όμως αυτές δεν πρέπει σε καμιά περίπτωση να συγχέονται με το διαιτολόγιο που θα εκπονηθεί όταν κάποιος επισκέπτεται τον διαιτολόγο του.

Στην περίπτωση αυτή ο ειδικός θα εξετάσει λεπτομερώς το ατομικό ιστορικό, τις ανθρωπομετρικές μετρήσεις, τον εργαστηριακό και βιοχημικό έλεγχο και θα μετασχηματίσει τις ανάγκες σε συγκεκριμένο και ποσοτικά εκφρασμένο διατροφικό σχήμα.

Οι πληθυσμιακές διατροφικές οδηγίες από την άλλη πλευρά αποτελούν γενικές κατευθύνσεις που αποσκοπούν στην εξασφάλιση της γενικότερης καλής υγείας και ευεξίας του ενήλικου πληθυσμού.

Υπάρχουν πολλές παράμετροι που συμβάλλουν στη διαμόρφωση του τελικού διαιτολογίου από τον ειδικό. Η φάση της ζωής, για παράδειγμα, την οποία διανύει το άτομο είναι μια από τις πιο καθοριστικές. Οι ανάγκες σε θρεπτικά συστατικά ποικίλουν ανάλογα την ηλικία, το φύλο και την κατάσταση υγείας του ατόμου.

Μια έγκυος γυναίκα δεν έχει τις ίδιες ανάγκες σε θρεπτικά συστατικά σε σχέση με μια μη εγκυμονούσα.

Ακόμα και μεταξύ του δεύτερου και του τρίτου τριμήνου της κυοφορίας οι ανάγκες της ίδιας γυναίκας διαφοροποιούνται. Η εμμηνόπαυση είναι επίσης μια περίοδος που αλλάζει τα δεδομένα στις διατροφικές απαιτήσεις της γυναίκας.

Τα παιδιά από την άλλη πλευρά διαφοροποιούν τις ανάγκες τους ανάλογα με το στάδιο της ανάπτυξής τους. Διαφορετικές είναι οι συστάσεις στη νεογνική ζωή από αυτές στην παιδική, την προ-εφηβική και την εφηβική ηλικία. Τέλος, η Τρίτη ηλικία θέτει άλλους κανόνες διατροφικής φροντίδας, καθώς η φυσιολογική φθορά του οργανισμού και η ύπαρξη διάφορων παθήσεων μεταβάλλουν το τοπίο των πιθανών διατροφικών ελλείψεων και δυσκολιών πρόσληψης των απαραίτητων θρεπτικών συστατικών.

Ενώ λοιπόν οι ανάγκες ποικίλουν τόσο πολύ και η διατροφική υποστήριξη οφείλει να ισορροπεί μεταξύ διατήρησης ενός φυσιολογικού σωματικού βάρους και παροχής όλων των αναγκαίων μακροθρεπτικών και μικροθρεπτικών συστατικών, η μάστιγα της εποχής που ταλαιπωρεί τον γυναικείο κυρίως πληθυσμό είναι η αναζήτηση μιας θαυματουργής δίαιτας.

Είναι τόσο σφόδρα η επιθυμία για απώλεια σωματικού βάρους, που πολλές φορές παραγκωνίζεται η ευεξία και τελικά θυσιάζεται στο βωμό της προσωρινής και πολλές φορές ματαιόδοξης απώλειας μερικών κιλών. Δεν είναι τυχαία η μεγάλη απήχηση των παράδοξων διαιτών (fad diets όπως χαρακτηριστικά ονομάζονται) και το ατέρμονο κυνήγι του διαφορετικού.

Όταν οι βασικές διαιτολογικές αρχές λησμονούνται και η πίστη στον εαυτό μας χάνεται, τότε είναι απόλυτα αναμενόμενο να γινόμαστε ενδοτικοί σε οτιδήποτε βρεθεί στην ψυχοφθόρο αυτή αναζήτηση: στη δίαιτα του γείτονα, της φίλης, τον διαιτολόγιο του εκάστοτε περιοδικού ποικίλης ύλης, ακόμα και σε επικίνδυνες, πολλές φορές, για την υγεία διατροφικές ατραπούς.

Το χρυσό δισκοπότηρο μιας δίαιτας είναι ακριβώς η εξατομίκευση και όχι ένας μαγικός συνδυασμός τροφίμων. Ο σύγχρονος άνθρωπος καλό θα ήταν να αφήσει πίσω του την υπερβολική εξωστρέφεια και να εστιάσει στην εσωτερικότητα που πρώτιστα θα του εξασφαλίσει την ψυχική ηρεμία για να αντιμετωπίσει ρεαλιστικά το πρόβλημα της υγείας ή του βάρους του.

Κατ’ αυτόν τον τρόπο θα αναζητήσει βοήθεια με σωστούς προσανατολισμούς και προσγειωμένες απαιτήσεις.