Έρευνα του καθηγητή του Πανεπιστημίου του Illinois Donald Layman, έδειξε ότι η λευκίνη εκτός από βασικό αμινοξύ που συμμετέχει στη σύνθεση των πρωτεϊνών, έχει μοναδικό ρόλο στη ρύθμιση του μεταβολισμού.

Στην έρευνα συμμετείχαν γυναίκες οι οποίες κατανάλωναν γαλακτοκομικά, άπαχο κρέας και αυγά σαν κύρια πηγή πρωτεΐνης, γιατί έχουν υψηλή περιεκτικότητα σε λευκίνη. Η συγκεκριμένη έρευνα, έδειξε ότι οι γυναίκες αυτές έχασαν βάρος, σωματικό λίπος και λιγότερο άλιπο ιστό.

Επίσης είχαν περισσότερη ενέργεια και μειωμένη αίσθηση πείνας.

Ο καθηγητής Layman πιστεύει πως μια δίαιτα βασισμένη στη διατροφική πυραμίδα δεν παρέχει αρκετή ποσότητα λευκίνης στους ενήλικες για να διατηρήσουν υγιείς μύες. Σύμφωνα με τον Dr. Layman, ο μέσος όρος καθημερινής πρόσληψης λευκίνης στις ΗΠΑ δεν ξεπερνάει τα 4-5 γρ, όμως για να επιτευχθεί η μεταβολική επίδραση της λευκίνης απαιτείται πρόσληψη 9-12 γρ ημερησίως.

Μια άλλη έρευνα του Dr. Randy Seeley, καθηγητή στο πανεπιστήμιο του Cincinnati έδειξε ότι χορήγηση λευκίνης σε ενέσιμη μορφή σε τρωκτικά, μείωσε την όρεξή τους και την κατανάλωση φαγητού τους κατά 1/6. Οπότε, πρόσληψη λευκίνης από ανθρώπους μπορεί να είχε ανάλογα αποτελέσματα, δηλαδή μείωση της όρεξης και κατά συνέπεια μη αύξηση του σωματικού τους βάρους.

Και οι δύο παραπάνω έρευνες υποστηρίζουν ότι το βασικό αμνινοξύ λευκίνη βοηθάει στη μείωση της όρεξης και τη μείωση του βάρους, αλλά δεν μπορεί να εξαχθεί κάποιο γενικό συμπέρασμα μιας και η μια έγινε σε μικρό αριθμό γυναικών και η άλλη έγινε σε τρωκτικά, ενώ και οι δύο έγιναν σε σύντομο χρονικό διάστημα.

Πρέπει να γίνουν έρευνες μεγαλύτερου χρονικού διαστήματος και σε μεγαλύτερο αριθμό ανθρώπων ώστε να είμαστε σε θέση να υποστηρίξουμε ότι η λευκίνη βοηθάει στη μείωση βάρους.

Θα πρέπει να είμαστε επιφυλακτικοί όσον αφορά τη χρήση της λευκίνης (L-Leucine) σε μορφή σκόνης ή κάψουλας που διατίθενται στο εμπόριο. Σε καμία περίπτωση δεν συνιστάται η αλόγιστη χρήση τέτοιων σκευασμάτων. Εφόσον κάποιος επιθυμεί να καταναλώσει τέτοια σκευάσματα καλό είναι να το κάνει με μέτρο αφού όμως προηγουμένως συμβουλευτεί το διαιτολόγο του ή το γιατρό του.

Πρέπει να σημειωθεί ότι κάθε πρόγραμμα διατροφής λειτουργεί διαφορετικά ανάλογα με τις ανάγκες του κάθε ατόμου. Άρα, η αξιολόγηση των διατροφικών συνηθειών και το προσωπικό και οικογενειακό ιατρικό ιστορικό είναι απαραίτητα ώστε να καθοριστεί η σωστή διατροφική προσέγγιση για καλύτερα και μακροχρόνια αποτελέσματα.