Ένα πρώτο κύριο σύμπτωμα που απασχολεί τη θεραπευτική ομάδα είναι η αντιμετώπιση της απώλειας σωματικού βάρους.

Είναι χαρακτηριστικό πως στις αρχές της δεκαετίας του 1980, πριν χαρακτηριστεί ακόμα καλά η νόσος και ανακαλυφθεί η ύπαρξη του ιού,η ασθένεια ήταν γνωστή με το όνομα ‘καταβολικό σύνδρομο’. Ευτυχώς, τα τελευταία χρόνια με την πρόοδο της υψηλά ενεργού αντιρετροϊκής θεραπείας η νόσος πλέον αντιμετωπίζεται ως χρόνια ασθένεια με υψηλό προσδόκιμο επιβίωσης.

Οι τελευταίες αναλύσεις των επιστημονικών δεδομένων δείχνουν πως η ακούσια και σταθερή απώλεια βάρους μεγαλύτερης του 5% του σωματικού βάρους συσχετίζεται με αυξημένη πιθανότητα θνητότητας. Κατ’ επέκταση, είναι αυτή η απώλεια βάρους που ευθύνεται για την υποβάθμιση της ποιότητας ζωής των ασθενών αυτών.

Η προοδευτική μάλιστα απώλεια μυϊκής μάζας δυσκολεύει το άτομο να φέρει εις πέρας καθημερινές δραστηριότητες.

Οι αιτίες της απώλειας βάρους ποικίλουν. Υπάρχουν οι περιπτώσεις στις οποίες οφείλεται στη μη επαρκή λήψη θερμίδων λόγω συνυπάρχουσας κατάχρησης ουσιών ή λόγω απώλειας όρεξης. Η λήψη της αναγκαίας ποσότητας και ποιότητας τροφής ακόμα και η ενίσχυση της διατροφής με συγκεκριμένα υπερθερμιδικά σκευάσματα διατροφής μπορούν να βοηθήσουν πραγματικά τους ασθενείς αυτούς.

Σε άλλες περιπτώσεις όμως, η απώλεια βάρους παρατηρείται παρά την επαρκή λήψη θερμίδων και θρεπτικών συστατικών.

Αναμφίβολα, σε αυτές τις περιπτώσεις η απώλεια φαίνεται να σχετίζεται με τη χρόνια δράση του ιού και την παραγωγή ανορεξιογόνων ουσιών από τον οργανισμό, όπως είναι οι κυτοκίνες. Επιπρόσθετα, για την ακούσια απώλεια βάρους έχει κατηγορηθεί η γενικότερη υπερμεταβολική κατάσταση στην οποία βρίσκεται ο ασθενής.

Ένα άλλο θέμα που απασχολεί τα τελευταία χρόνια την επιστημονική κοινότητα είναι το αν τελικά σε αυτούς τους ασθενείς παρατηρείται έλλειψη σε μικροθρεπτικά συστατικά που σχετίζονται με την καλή λειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος.

Τέτοια θρεπτικά συστατικά είναι οι βιταμίνες Α, Β6, Β12, C, D, Ε, το φυλλικό οξύ, το σελήνιο και ο ψευδάργυρος.

Πολύ πρόσφατα, μελετητές στην Ανατολική Αφρική και την Ταϋλάνδη ανακάλυψαν πως χορηγόντας στους ασθενείς αυτούς ένα κοκτέιλ μικροθρεπτικών συστατικών παρατηρήθηκε ενδυνάμωση του ανοσοποιητικού συτήματος, μέσω της αύξησης των επιπέδων των κυττάρων του, CD4 και CD8.

Απομένει μόνο τα αποτελέσματα αυτά να επαληθευθούν και σε άλλες χώρες και πληθυσμούς ώστε να διαξαχθούν τελικά και ασφαλή συμπεράσματα.

Τα μεταβολικά συμπτώματα της νόσου μπορούν παραπέρα να εκφραστούν με τη μορφή των διαρροιών, της λιποατροφίας ή λιποδυστροφίας. Με τον όρο αυτό νοείται η μη κανονική κατανομή λίπους στο σώμα με ταυτόχρονη αύξηση των λιπιδίων (χοληστερόλης, τριγλυκεριδίων) στην κυκλοφορία του αίματος.

Αυτό που τελικά συμβαίνει στους οροθετικούς ασθενείς είναι η αύξηση σε λίπος σε ορισμένες περιοχές του σώματος όπως ο αυχένας, η κοιλιά, το στήθος και κάποια εσωτερικά όργανα (όπως το συκώτι και η καρδιά) και η μείωση του λίπους από άλλες περιοχές όπως τα μάγουλα, οι γλουτοί, τα χέρια και τα πόδια.

Η λιποδυστροφία αποτελεί συχνό πρόβλημα των οροθετικών ασθενών έπειτα από 9-12 μήνες αντιρετροϊκής θεραπείας.

Εμφανίζεται δε, ακόμα και σε ασθενείς που δεν έχουν λάβει ποτέ φαρμακευτική θεραπεία. Αντικείμενο έρευνας επίσης αποτελεί η συμπληρωματική χορήγηση στους ασθενείς αυτούς με L-καρνιτίνη, μια ουσία που περιέχεται κυρίως στο κρέας αλλά και στα γαλακτοκομικά προϊόντα και της οποίας ο ρόλος στον έλεγχο του βάρους, στην τόνωση των μυών και στη μείωση των επιπέδων της χοληστερόλης και των τριγλυκεριδίων βρίσκεται υπό μελέτη.

Τα τελευταία χρόνια βρίσκεται υπό έρευνα η αντιμετώπιση του αυξημένου οξειδωτικού στρες των ασθενών αυτών μέσω της διατροφής. Η αυξημένη παραγωγή ελευθέρων ριζών οξυγόνου σε οροθετικούς ασθενείς διευκολύνει τον πολλαπλασιασμό του ιού και την εξέλιξη της ασθένειας.

Ο ρόλος των αντιοξειδωτικών ουσιών, των προβιοτικών ή των βακτηρίων του γαλακτικού οξέος και των πρεβιοτικών προϊόντων στη βελτίωση της ανοσολογικής απάντησης μέσω των αντισωμάτων και στην αύξηση της παραγωγής των λευκών αιμοσφαιρίων βρίσκεται στο επίκεντρο του ερευνητικού ενδιαφέροντος.

Ανακεφαλαιώνοντας, φαίνεται πως η διατροφή σχετίζεται με την εξέλιξη και την πορεία της ασθένειας. Οι μεταβολικές εκφάνσεις του συνδρόμου προστάζουν ένα γενικότερα ισορροπημένο και προσεγμένο τρόπο διατροφής και φυσικής δραστηριότητας με απώτερο στόχο την αύξηση του σωματικού βάρους, την προστασία της μυϊκής μάζας, τη βελτίωση του λιπιδαιμικού προφίλ, τη διατήρηση της ευγλυκαιμίας, τη βελτίωση της ανοσολογικής απάντησης και τελικά την παρεμπόδιση της περαιτέρω εξέλιξης της ασθένειας.

Όλα αυτά τα στοιχεία μαζί μπορούν να εξασφαλίσουν στους ασθενείς μια καλύτερη ποιότητα ζωής και επιπέδου υγείας.