Τον Ιανουάριο του 2007, η αμερικάνικη διαβητολογική εταιρεία εξέδωσε τις καινούριες διατροφικές οδηγίες για τους ασθενείς με διαβήτη. Τα κυριότερα σημεία τους σχολιάζονται στο παρακάτω κείμενο. Οι καινούριες διατροφικές οδηγίες κάνουν διαχωρισμό στις διάφορες ομάδες με διαβήτη.

Με αυτόν τον τρόπο προσπαθούν να εξατομικεύσουν τις συστάσεις για τα άτομα με διαβήτη τύπου Ι (νεανικός διαβήτης), για τα άτομα με διαβήτη τύπου ΙΙ (διαβήτης των ενηλίκων), για τις εγκυμονούσες και θηλάζουσες γυναίκες με διαβήτη και για τα μεγαλύτερα σε ηλικία άτομα με διαβήτη.

Έτσι, ενώ στο παρελθόν ο διαβητικός τύπου Ι προσπαθούσε να προσαρμόσει τη διατροφική του συμπεριφορά στο σχήμα ινσουλίνης που λάμβανε, τώρα συμβαίνει το αντίθετο.

Τα σχήματα ινσουλίνης έχουν γίνει τόσο ευέλικτα που μπορούν και προσαρμόζονται αυτά στον τρόπο ζωής (γεύματα και φυσική δραστηριότητα) του ατόμου. Αρκεί από την πλευρά του ασθενούς να υπάρχει οργάνωση, συστηματικότητα και καλή συνεργασία με το διαιτολόγο και το γιατρό που τον παρακολουθούν.

Η συνολική ποσότητα υδατανθράκων του γεύματος παραμένει ο κύριος προσδιοριστικός παράγοντας της δόσης της ινσουλίνης πριν το γεύμα και για τους ασθενείς που λαμβάνουν σχήμα ημερήσιας κάλυψης, αλλά και γι’ αυτούς που ακολουθούν σχήματα ινσουλίνης ταχείας δράσης.

Ο υπολογισμός των δόσεων ινσουλίνης στα γεύματα μπορεί να γίνει με τη βοήθεια των λόγων ινσουλίνης προς υδατάνθρακες, ενώ ο υπολογισμός των υδατανθράκων των γευμάτων μπορεί να γίνει με το σύστημα των ισοδύναμων τροφίμων, της μέτρησης των υδατανθράκων και με το σύστημα του εμπειρικού υπολογισμού.

Η συχνή παρακολούθηση του σακχάρου είναι επίσης σημαντική για την προσαρμογή των δόσεων με στόχο την ευγλυκαιμία ή την αποφυγή των υπογλυκαιμιών. Όταν επίκειται μη προγραμματισμένη άσκηση συνήθως συνίσταται επιπρόσθετη λήψη υδατανθράκων η οποία ποικίλει ανάλογα με την ηλικία και το βάρος του ατόμου καθώς και από την ένταση και τη διάρκεια της άσκησης.

Οι ασθενείς με διαβήτη τύπου ΙΙ παροτρύνονται να στρέψουν την προσοχή τους στον τρόπο ζωής και να κάνουν τις απαραίτητες αλλαγές (στην πλειονότητά τους είναι υπέρβαροι και εμφανίζουν ινσουλινοαντοχή) στην πρόσληψη ενέργειας, των κορεσμένων και των τρανς λιπαρών οξέων, της χοληστερόλης και του αλατιού μέσω της τροφής ώστε να βελτιώσουν τον γλυκαιμικό έλεγχο, το λιπιδαιμικό προφίλ τους (συνήθως έχουν δυσλιπιδαιμία) και τις τιμές της αρτηριακής πίεσης.

Η αύξηση της φυσικής δραστηριότητας οφείλει να αποτελεί πάγιο στόχο, ενώ η συχνή παρακολούθηση των επιπέδων της γλυκόζης στο αίμα θα αξιολογεί την εκάστοτε διατροφική συμπεριφορά και φαρμακευτική αγωγή. Ο ρόλος της διατροφής είναι καίριος αφού μπορεί να βελτιώσει την ινσουλινοαντίσταση, ακόμα και να προλάβει την εμφάνιση της ασθένειας.

Επειδή δε ο σύγχρονος διαβητικός ασθενής θεωρείται και «καρδιολογικός» άρρωστος, η σωστή διατροφική συμπεριφορά μπορεί να ελαττώσει τους παράγοντες κινδύνου για καρδιαγγειακή νόσο. Σε αυτό μπορεί να συμβάλλει και η συχνή (3 φορές την εβδομάδα) φυσική αερόβια (αερόμπικ) και αναερόβια (ασκήσεις αντίστασης και ανύψωσης βάρους) σωματική δραστηριότητα μέτριας έντασης.

Κατά τη διάρκεια της κύησης ο μη ελεγχόμενος διαβήτης μπορεί να έχει συνέπειες κυρίως για τη μητέρα. Η τελευταία, όταν εμφανίζει διαβήτη κύησης κινδυνεύει να παρουσιάσει διαβήτη τύπου ΙΙ μετά τη γέννα. Γι’ αυτό ακριβώς στις διαβητικές υπέρβαρες και παχύσαρκες γυναίκες ενδείκνυται ο μέτριος περιορισμός των θερμίδων και των υδατανθράκων, αλλά οι υποθερμιδικές δίαιτες θα πρέπει να αποφεύγονται.

Η μέτρια φυσική δραστηριότητα μπορεί να παίξει καθοριστικό ρόλο στη βελτίωση των επιπέδων της γλυκόζης, τόσο σε περίοδο νηστείας όσο και μετά τα γεύματα. Μετά τη γέννα, η φυσική δραστηριότητα μπορεί να βοηθήσει στην αποφυγή εμφάνισης διαβήτη τύπου ΙΙ σε γυναίκες που είχαν εμφανίσει διαβήτη κυήσεως.

Στους ηλικιωμένους με διαβήτη τα δεδομένα αλλάζουν. Οι άνθρωποι αυτοί έχουν μειωμένες ενεργειακές ανάγκες λόγω ηλικίας αλλά και μειωμένη φυσική δραστηριότητα. Αν επιπρόσθετα είναι και υπέρβαροι ή παχύσαρκοι τότε ο περιορισμός των θερμίδων και μια μικρή αύξηση της φυσικής δραστηριότητας μπορούν να αποβούν ευεργετικοί στη ρύθμιση του διαβήτη.

Η φυσική δραστηριότητα πρέπει να γίνεται με ιδιαίτερη προσοχή αφού στους ηλικιωμένους ενέχει τον κίνδυνο τραυματισμού και καρδιακής ισχαιμίας. Παρ’ όλ’ αυτά, βελτιώνει την ευαισθησία στην ινσουλίνη και επιβραδύνει το φαινόμενο της σαρκοπενίας (μείωση τη μυϊκής μάζας με την αύξηση της ηλικίας).

Ο έλεγχος του διαβήτη μέσω της διατροφής μειώνει τις επιπλοκές του ίδιου του διαβήτη τόσο τις βραχείες όσο και τις μακροπρόθεσμες. Έτσι, υπάρχει η δυνατότητα ευεργετικής επίδρασης στη μείωση της νεφρικής λειτουργίας, στη μικρο- και μακροαλβουμινουρία.

Όμως τα μεγάλα οφέλη της διατροφής μπορούν να φανούν στη μείωση των παραγόντων κινδύνου για στεφανιαία νόσο. Μια διατροφή πλούσια σε φρούτα, λαχανικά και δημητριακά ολικής άλεσης και ταυτόχρονα φτωχή σε κορεσμένα, τρανς λιπαρά και χοληστερόλη φαίνεται πως μειώνει αυτόν τον κίνδυνο, ενώ σε ασθενείς στους οποίους συνυπάρχει αρτηριακή υπέρταση, οφέλη μπορούν να φανούν από διατροφικά σχήματα χαμηλής περιεκτικότητας σε νάτριο (αλάτι), πλούσια σε φρούτα, λαχανικά και γαλακτοκομικά προϊόντα χαμηλών λιπαρών και μέτριας κατανάλωσης αλκοόλ.

Η δίαιτα DASH φαίνεται πως συνδυάζει όλα αυτά και επιπρόσθετα περιλαμβάνει τα πουλερικά, τα ψάρια και τους ξηρούς καρπούς, ενώ είναι φτωχή σε κόκκινο κρέας, γλυκά και σε ποτά που περιέχουν ζάχαρη.

Αξιοσημείωτο είναι πως στόχος της αλλαγής της διατροφικής συμπεριφοράς είναι η μείωση του σωματικού βάρους, η αποφυγή των υπογλυκαιμιών και η διατήρηση των επιπέδων της γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης όσο το δυνατόν πιο κοντά στις φυσιολογικές τιμές.

Το τελευταίο έχει μεγάλη σημασία αφού από μεγάλες μελέτες φάνηκε πως σε ασθενείς με διαβήτη ο καρδιαγγειακός κίνδυνος ήταν ανάλογος των αυξημένων επιπέδων της γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης.

Τέλος, οι καινούριες διατροφικές συστάσεις κάνουν αναφορά στο χειρισμό του διαβήτη στις νοσοκομειακές εγκαταστάσεις. Σύμφωνα με την αμερικάνικη διαβητολογική εταιρεία, στους περισσότερους ασθενείς παρατηρείται υπεργλυκαιμία, η οποία αποτελεί ένδειξη δείκτη κακής νοσοκομειακής περίθαλψης.

Γίνεται λοιπόν κατανοητή η σημασία δύο πραγμάτων: α) μιας διεπιστημονικής ομάδας που θα προσπαθεί για την όσο δυνατό καλύτερη διατροφική φροντίδα του ασθενή και β) ενός συστήματος διαβητικών γευμάτων σε κάθε νοσοκομείο που θα επικεντρώνει στο σωστό χειρισμό του περιεχομένου των υδατανθράκων.

Μέσα σε όλα αυτά δε θα πρέπει να παραληφθεί η δια βίου εκπαίδευση του διαβητικού ασθενή από τη διεπιστημονική ομάδα. Αυτή θα πρέπει να αρχίζει από το νοσοκομείο και να συνεχίζεται και εκτός αυτού μέχρι να επιτευχθεί τέτοιο επίπεδο κατάρτισης που να εξασφαλίζει τη νορμογλυκαιμία.

Ανακεφαλαιώνοντας, θα μπορούσε να ειπωθεί πως δεν υπάρχει ένα σχήμα για όλους τους διαβητικούς ασθενείς. Οι παράγοντες επηρεάζουν τη νόσο και που πρέπει να ληφθούν υπόψη είναι τόσοι πολλοί που ο όρος «εξατομικευμένη προσέγγιση» πρέπει να καθημερινή πρακτική σε όλους τους επιστήμονες που ασχολούνται με την αντιμετώπιση του διαβήτη.

Η έρευνα συνεχίζεται και οι κλινικές οδηγίες ανανεώνονται συχνά. Είναι χρέος του κάθε επιστήμονα να ενημερώνεται και να τις κάνει πράξη με το δικό του ξεχωριστό τρόπο.