Αποδεδειγμένα πλέον η διατροφή αποτελεί ένα ισχυρό όπλο για την επιτυχημένη αντιμετώπιση της νόσου του AIDS, καθώς συνιστά πολύ σημαντικό παράγοντα της εξέλιξης του HIV. Ο υποσιτισμός, σε συνδυασμό με την απώλεια βάρους και κυρίως μυϊκού ιστού οδηγεί συχνά στην εκδήλωση του AIDS σε ένα οροθετικό άτομο.

Οι τροφές με υψηλή θρεπτική αξία (και πολλές φορές τα συμπληρώματα διατροφής) δρουν συνεργιστικά στην καταπολέμηση της ανοσοποιητικής ανεπάρκειας που οφείλεται στον ιό HIV.

Ακόμα η διατροφή μπορεί να περιορίσει σημαντικά τις ανεπιθύμητες δράσεις της αγωγής και δη των αντιρετροϊκών φαρμάκων (όπως η λιποδυστροφία, ο διαβήτης και οι καρδιαγγειακές παθήσεις) και την ευπάθεια στις λοιμώξεις. Έτσι η όλη επίδραση της διατροφικής πρόσληψης και των διαιτητικών τακτικών αφορά στη μεγάλη βελτίωση της ποιότητας της ζωής ατόμων που έχουν διαγνωσθεί με την ασθένεια του AIDS σε πολλαπλά επίπεδα, η οποία ποιότητα διαβίωσης υποβαθμίζεται σημαντικά με την προοδευτική απώλεια βάρους και μυϊκής μάζας, που σταδιακά θα δυσκολέψει το άτομο να φέρει εις πέρας ακόμα και καθημερινές δραστηριότητες.

Δεδομένου ότι η αντιρετροϊκή θεραπεία έχει εξελιχθεί κατά πολύ, η νόσος πλέον αντιμετωπίζεται ως χρόνια ασθένεια με υψηλό προσδόκιμο επιβίωσης. Παρόλα αυτά, βάσει επιστημονικών τεκμηρίων, μια απώλεια βάρους μεγαλύτερης απέ το 5% του συνολικού, συσχετίζεται με αυξημένη θνησιμότητα.

Στην περίπτωση που η μη επαρκής λήψη θερμίδων είναι ορατή, επιβάλλεται η λήψη της αναγκαίας ποσότητας και ποιότητας τροφής ακόμα και η συμπλήρωση με ειδικά υπερθερμιδικά σκευάσματα διατροφής. Σε πολλές περιπτώσεις μάλιστα τα συμπτώματα ανορεξίας από τη χρόνια δράση του ιού (και η ταυτόχρονη υπερ-καταβολική δράση που επάγει η ασθένεια, δηλαδή το ‘ξόδεμα’ των θερμίδων κα των ιστών περισσότερο από το φυσιολογικό οδηγούν σε απώλεια βάρους, παρά την πιθανή επαρκή πρόσληψη, όπου η χρήση συμπληρωμάτων και η ειδική άσκηση είναι επιτακτικές.

Ένα εξίσου σημαντικό θέμα που καλείται να αντιμετωπίσει η διατροφή είναι η χαμηλή ανοσολογική απάντηση στα άτομα με HIV. Από διάφορες έρευνες συμπεραίνεται ότι βιταμίνες όπως η Α, Β6, Β12, C, Ε, και ιχνοστοιχεία όπως το φυλλικό οξύ, το σελήνιο και ο ψευδάργυρος, διαδραματίζουν βασικό ρόλο στη λειτουργία του ανοσοποιητικού, όποτε οι έρευνες στρέφονται στη συμπληρωματική χορήγηση σκευασμάτων με συνδυασμούς των παραπάνω και την ανταπόκριση - λειτουργία του ανοσοποιητικού.

Υπό διαρκή έρευνα βρίσκεται επίσης η επίπτωση των διατροφικών παραγόντων στην αντιμετώπιση του αυξημένου οξειδωτικού στρες των ασθενών αυτών. Το υπερμεταβολικό περιβάλλον του οργανισμού συνοδεύεται από την αυξημένη παραγωγή ελευθέρων ριζών οξυγόνου σε οροθετικούς ασθενείς.

Οι ρίζες αυτές φαίνεται να ευνοούν την εξέλιξη της ασθένειας. Σε κάθε περίπτωση το διατροφικό μοντέλο θα πρέπει να στοχεύει στη βελτίωση της άμυνας του σώματος μέσω μηχανισμών που διεγείρουν τα αντισώματα, την παραγωγή λευκοκυτάρων και άλλων παραγόντων του ανοσοποιητικού, όπως φονικών κυττάρων, κυτοκίνων, ιντερλευκίνων κ.α.

Γενικές Οδηγίες

Τα οροθετικά άτομα θα πρέπει:

  • Να φροντίζουν να είναι διαρκώς καλά ενυδατωμένα
  • Πριν τη λήψη οποιουδήποτε συμπληρώματος να ενημερώνουν τον ιατρό τους
  • Λόγω της χαμηλής ανοσλογικής δυνατότητας, θα πρέπει να είναι πολύ προσεκτικά στην επιλογή, φύλαξη και κατανάλωση των τροφών για την αποφυγή του κινδύνου δηλητηρίασης και κατ’ επέκταση λοίμωξης

Έτσι σε πολύ αδύναμες ανοσολογικές απαντήσεις (Τ4<200) προτείνεται:

  • Ο βρασμός του πόσιμου νερού
  • Η κατανάλωση του ωμού κρέατος να γίνεται μέσα σε 2 ημέρες μετά την αγορά του
  • Η κατανάλωση του ωμού ψαριού μέσα σε 24 ώρες μετά την αγορά του
  • Η κατανάλωση του θαλασσινών μέσα σε 24 ώρες μετά την αγορά τους. Γαρίδες ή άλλα θαλασσινά θα πρέπει να καταναλώνονται αμέσως μετά την αγορά τους.
  • Το φαγητό να είναι καλοψημένο και ειδικά το κρέας και εσωτερικά (να μην ‘ροζίζει’).
  • Να αποφεύγονται φαγητά που στη συνταγή τους περιλαμβάνουν ωμά αυγά, π.χ μους σοκολάτας.
  • Να αποφεύγονται φαγητά ωμά, όπως σούσι.
  • Να ελέγχεται πάντα η ημερομηνία λήξης στη συσκευασία του προϊόντος.
  • Να αποφεύγονται οι μπουφέδες με σαλάτες, ειδικά όταν περιέχουν είδη με κρέας, κοτόπουλο ή μαγιονέζα, λόγω πιθανής επιμόλυνσης, κακής παρασκευής ή θερμοκρασίας συντήρησης.