Γράφει ο Αντώνης Ζαμπέλας, Καθηγητής Διατροφής του Ανθρώπου, Μονάδας Διατροφής του Ανθρώπου, Πρόεδρος Τμήματος Επιστήμης και Τεχνολογίας Τροφίμων, Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Στα πλαίσια του Συνεδρίου των Ομάδων Εργασίας της Ελληνικής Καρδιολογικής Εταιρείας που διεξήχθη στην Θεσσαλονίκη την περασμένη εβδομάδα (14-16/2/2013), παρουσιάστηκαν τα νεότερα και για την διατροφική προσέγγιση για την πρόληψη των καρδιαγγειακών νοσημάτων.

Πιο συγκεκριμένα, ο κύριος στόχος πρέπει να είναι η μείωση των κορεσμένων και trans λιπαρών οξέων με παράλληλη αντικατάστασή τους από πολυακόρεστα λιπαρά οξέα της ω-6 σειράς. Τα κορεσμένα λιπαρά οξέα βρίσκονται στο κόκκινο κρέας και τα προϊόντα του αλλά και στα γαλακτοκομικά προϊόντα.

Πρόσφατες μελέτες υπέδειξαν ότι τον κίνδυνο τον αυξάνουν κυρίως τα προϊόντα κρέατος ενώ όσον αφορά το γάλα και το γιαούρτι δεν φαίνεται ότι τον αυξάνουν.

Τα ω-6 λιπαρά οξέα βρίσκονται στα φυτικά έλαια, τους σπόρους, τους ανάλατους ξηρούς καρπούς και τις μαλακές μαργαρίνες και η δράση τους στη μείωση του κινδύνου οφείλεται κυρίως στη βελτίωση του λιπιδαιμικού προφίλ. Επίσης μείωση του κινδύνου επιτυγχάνεται και με την πρόσληψη ω-3 λιπαρών οξέων.

Αυτά τα λιπαρά βρίσκονται στα ψάρια. Τα έως τώρα δεδομένα συνηγορούν σε αντι-αρρυθμική, υπο-τριγλυκαιριδαιμική και αντιθρομβωτική δράση. Οι συστάσεις λένε 1-2 την εβδομάδα ψάρι ενώ για τα άτομα με οικογενειακό ή ατομικό ιστορικό ενδεχομένως να χρειάζεται υψηλότερη πρόσληψη μέσω συμπληρωμάτων.

Συζητήθηκε και η πρόσληψη αυγού λόγω της χοληστερόλης που περιέχει ο κρόκος. Υπάρχουν πλέον μεγάλες μελέτες που δεν έχουν δείξει σχέση μεταξύ πρόσληψης αυγού και καρδιαγγειακών παθήσεων αλλά και άλλες που υποδεικνύουν μία αντιοξειδωτική δράση λόγω των αντιοξειδωτικών που περιέχει.

Επομένως και σε αυτή την περίπτωση δεν είναι ανάγκη να αφαιρεθεί το αυγό από τη διατροφή.

Τέλος παρουσιάστηκαν πρόσφατα συγκεντρωτικά στοιχεία που αφορούν την ευεργετική δράση της Μεσογειακής Διατροφής. Πιο συγκεκριμένα άτομα που ακολουθούν τις αρχές της Μεσογειακής Διατροφής παρατηρήθηκε ότι διαχειρίζονται καλύτερα το βάρος τους, έχουν χαμηλότερη LDL και υψηλότερη HDL χοληστερόλη, χαμηλότερη αρτηριακή πίεση και τελικά χαμηλότερη θνησιμότητα και προβλήματα καρδιάς.