Ο αλγόριθμος για την αντιμετώπιση του σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 πρωτοδιατυπώθηκε τον Αύγουστο του 2006. Τον Ιανουάριο του 2008 ο αλγόριθμος ανανεώθηκε, μετά από την εμφάνιση νέων επιδημιολογικών δεδομένων, και τον Οκτώβριο του 2008 προσαρμόστηκε ακόμα περισσότερο για να συμπεριλάβει τα καινούργια φαρμακευτικά σκευάσματα και τα δεδομένα που αποκτήθηκαν για αυτά μετά από πολυάριθμες κλινικές δοκιμές.

Τα νέα στοιχεία συμπεριλαμβάνονται σε μια από κοινού καταληκτική έκθεση από την Αμερικανική Διαβητολογική Εταιρεία και από τoν Ευρωπαϊκό Οργανισμό Έρευνας του σακχαρώδη διαβήτη.

Η ανάγκη για τις αναβαθμισμένες οδηγίες προκύπτει από τη μεγάλη εξάπλωση της νόσου, καθώς και από τη διαπίστωση πως θέτοντας συγκεκριμένους γλυκαιμικούς στόχους και πετυχαίνοντάς τους επιτυγχάνεται μείωση των θανάτων από τη συγκεκριμένη ασθένεια.

Η αντιμετώπιση λοιπόν της υπεργλυκαιμίας παραμένει ο πρωτεύων στόχος της θεραπευτικής αγωγής, ενώ δεν πρέπει να λησμονούνται και οι υπόλοιπες μεταβολικές διαταραχές που συνοδεύουν τη νόσο. Οι διαβητικοί τύπου 2 πολύ συχνά χαρακτηρίζονται επιπρόσθετα από παχυσαρκία, ινσουλινοαντίσταση, δυσλιπδαιμία, υπέρταση και αυξημένη πηκτικότητα του αίματος, μικρο- και μακρο-αγγειοπάθεια.

Η διατήρηση των επιπέδων της γλυκόζης στο αίμα κοντά στα φυσιολογικά επίπεδα έχει ευεργετικές συνέπειες στις μικροαγγειακές επιπλοκές της νόσου, όπως τη νεφροπάθεια, την αμφιβληστροειδοπάθεια και τη νευροπάθεια, όπως φάνηκε από τις κλινικές δοκιμές DCCT, Kumamoto και UKPDS.

Από την άλλη πλευρά, η διατήρηση της γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης (Α1C) σε φυσιολογικά επίπεδα (<7%) φαίνεται πως συνεισφέρει στη μείωση του καρδιαγγειακού κινδύνου που διατρέχουν οι διαβητικοί, όπως φάνηκε από τις μελέτες ACCORD και ADVANCE.

Κύριες αιτίες εμφάνισης της νόσου αποτελούν ο υπερσιτισμός και ο καθιστικός τρόπος ζωής ή η μη άσκηση. Θεραπευτικά σχήματα που ελαττώνουν ή αντιστρέφουν αυτές τις συνήθειες έχουν θετικά αποτελέσματα στον έλεγχο των επιπέδων της γλυκόζης στο αίμα.

Όμως η συχνή επαναπρόσληψη σωματικού βάρους πρέπει να διατηρεί σε επαγρύπνηση τη θεραευτική ομάδα προκειμένου ο έλεγχος της νόσου να είναι μακροπρόθεσμος.

Οι κατευθυντήριες οδηγίες που σχετίζονται με τον τρόπο ζωής αποτελούν ακρογωνιαίο λίθο της αντιμετώπισης της ασθένειας. Η προσεκτικά σχεδιασμένη διατροφή του διαβητικού ενταγμένη σε μια καθημερινότητα που χαρακτηρίζεται από συστηματική φυσική δραστηριότητα είναι ο χρυσός κανόνας της έναρξης της θεραπείας.

Όσο η νόσος εξελίσσεται, οι οδηγίες του τρόπου ζωής συνδυάζονται με τα φαρμακευτικά σκευάσματα ή και την ινσουλίνη ώστε να επιτευχθούν οι στόχοι που αναφέρθηκαν στην αρχή. Οι αλλαγές στον τρόπο ζωής μπορούν να μειώσουν τη γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη από 1% - 2%.

Τα αποτελέσματα στο γλυκαιμικό έλεγχο είναι άμεσα και γίνονται αισθητά μέσα στις πρώτες εβδομάδες, ακόμα και πριν καν συμβεί η απώλεια σωματικού βάρους.

Η απώλεια μόλις 4 κιλών είναι ικανή για να εξομαλύνει τα αυξημένα επίπεδα της γλυκόζης. Όμως ο έλεγχος μέσω της διατροφής και της άσκησης συμβάλλει και στη ρύθμιση των παραγόντων καρδιαγγειακού κινδύνου που παρουσιάζουν οι σακχαροδιαβητικοί ασθενείς.

Οι οδηγίες τονίζουν πως: ‘η σωστή διατροφή με τις πλείστες θετικές επιδράσεις της, το μεγάλο βαθμό ασφάλειας, τις μηδενικές ανεπιθύμητες παρενέργειες και το ελάχιστο οικονομικό φορτίο για τον ασθενή αποτελεί το πιο αποτελεσματικό μέσο ελέγχου του σακχαρώδη διαβήτη αρκεί να ακολουθείται πιστά και μακροπρόθεσμα’.

Δεν υπάρχει μια και μόνο θεραπευτική αγωγή για τον διαβητικό τύπου 2. Τα φαρμακευτικά εργαλεία είναι ποικίλα και οι διατροφικές επιλογές ακόμα περισσότερες. Το κριτήριο της αποτελεσματικότητας της αγωγής είναι τα επίπεδα της γλυκόζης και της γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης.

Όσο πιο νωρίς ανιχνευθεί η νόσος, τόσο πιο ήπιες και ευκολότερα αντιμετωπίσιμες θα είναι οι μεταβολικές διαταραχές.

Σίγουρα κρίνεται ωφέλιμο να ομαλοποιηθούν με όσο το δυνατόν λιγότερα χάπια και αλλαγές στον τρόπο διατροφής και φυσικής δραστηριότητας. Η εμπειρία της θεραπευτικής ομάδας του ιατρού, του νοσηλευτή, του διαιτολόγου, του γυμναστή και του ψυχολόγου παίζει πρωταρχικό ρόλο στη διαμόρφωση και την ευστοχία του τελικού θεραπευτικού σχήματος.