Oι διαταραχές λήψης τροφής αποτελούν τη μάστιγα του αιώνα μας αφού πλήττουν το 1-5% του πληθυσμού και η συχνότητά τους εμφανίζεται κυρίως στο γυναικείο πληθυσμό παρά στον αντρικό, με αναλογία εμφάνισης 10:1.

Στις διαταραχές λήψης τροφής εντάσσουμε τη νευρική ανορεξία, τη νευρική βουλιμία και την επεισοδιακή υπερφαγία. Υπάρχουν και ενδιάμεσες καταστάσεις που δεν πληρούν όλα τα διαγνωστικά κριτήρια μιας διαταραχής, οι οποίες ονομάζονται διαταραχές λήψης τροφής, που δε μπορούν να προσδιοριστούν διαφορετικά (Εating Disorders Not Otherwise Specified).

Στη νευρική βουλιμία παρατηρούνται συχνά επεισόδια υπερφαγίας με διάρκεια 2 ωρών κατά μέσο όρο, κατά τα οποία το άτομο καταναλώνει μεγάλες ποσότητες τροφής, έχοντας χάσει τον έλεγχο και με συναισθήματα τύψεων και ενοχών μετά το πέρας των βουλιμικών επεισοδίων.

Στη συνέχεια, τα άτομα προσπαθούν να ελέγξουν το βάρος τους χρησιμοποιώντας καθαρτικά φάρμακα ή διουρητικά και κάνοντας έμετους. Τα άτομα αυτά είναι συνήθως φυσιολογικού βάρους, λίγο ελλειποβαρή ή λίγο υπέρβαρα.

Στη νευρική ανορεξία, το άτομο έχει εξαιρετικά χαμηλό βάρος, γύρω στο 15% κάτω του κατώτατου φυσιολογικού. Υπάρχει έντονα διαταραγμένη εικόνα σώματος, παρατηρείται ασταθής κύκλος και άρνηση διατήρησης φυσιολογικού δείκτη μάζας σώματος.

Τα άτομα που πάσχουν από νευρική ανορεξία μπορεί να είναι περιοριστικού ή καθαρτικού τύπου. Οι ανορεκτικοί ασθενείς περιοριστικού τύπου μειώνουν ιδιαίτερα τις προσλαμβανόμενες θερμίδες για να ελέγξουν το βάρος τους, ενώ οι ασθενείς καθαρτικού τύπου χρησιμοποιούν μεθόδους αντιστάθμισης, όπως ο έμετος, η υπερβολική άσκηση ή η χρήση καθαρτικών και διουρητικών χαπιών για να μπορέσουν να διατηρήσουν ένα πολύ χαμηλό βάρος.

Η επεισοδιακή υπερφαγία περιλαμβάνει επεισόδια αυξημένης λήψης τροφής ανάλογα με αυτά της βουλιμίας, με τη διαφορά ότι το άτομο στην περίπτωση αυτή δεν χρησιμοποιεί καθαρτικά ή διουρητικά ούτε προκαλεί έμετους για να διατηρήσει το βάρος του.

Οι επιπτώσεις των διαταραχών λήψης τροφής για την υγεία των ατόμων είναι ιδιαίτερα σοβαρές. Η βουλιμία αυξάνει τις πιθανότητες πρόκλησης έλκους στο στομάχι, γαστροοισοφαγικής παλινδρόμησης και προβλημάτων στα δόντια και τα ούλα, λόγω της πρόκλησης εμέτων.

Η νευρική ανορεξία οδηγεί σε σταδιακή αποδυνάμωση του μυϊκού συστήματος, οστεοπενία και σοβαρή αβιταμίνωση, ενώ μπορεί να οδηγήσει και στο θάνατο. Και στις δύο περιπτώσεις σημαντικός παράγοντας κινδύνου για θάνατο είναι η υποκαλαιμία που ως αποτέλεσμα των εμέτων -και αν δεν αντιμετωπιστει έγκαιρα-μπορεί να προκαλέσει καρδιακές αρρυθμίες.

Πώς ο διαιτολόγος μπορεί να συμβάλει στον περιορισμό του φαινομένου των διαταραχών λήψης τροφής

Για την καταπολέμηση των διαταραχών λήψης τροφής χρειάζεται συλλογική αντιμετώπιση από ομάδα επιστημόνων, ο καθένας από τους οποίους έχει ένα ξεχωριστό ρόλο. Η συμμετοχή γενικού ιατρού, ψυχίατρου, ψυχολόγου και διαιτολόγου είναι απαραίτητη για τον καθορισμό θεραπευτικού πλάνου για τον πάσχοντα από διαταραχές λήψης τροφής.

Ο διαιτολόγος παρεμβαίνει στο θεραπευτικό πλάνο σε ένα δεύτερο επίπεδο, αφού πρώτα έχει γίνει η διαγνωστική συνάντηση του ασθενούς με τον ψυχίατρο ή τον ψυχολόγο. Σε αυτό το σημείο αξίζει να αναφερθεί ότι δεν είναι όλοι οι ασθενείς έτοιμοι να δεχθούν διαιτολογική παρέμβαση, καθώς για ορισμένους που έχουν ιδιαίτερα διαταραγμένη εικόνα σώματος, προέχουν οι συνεδρίες με τον ψυχολόγο ή τον ψυχίατρο για να βελτιωθεί η σχέση τους με την εικόνα σώματος.

Σε ασθενείς με ιδιαίτερα διαταραγμένη εικόνα σώματος, οι συναντήσεις με το διαιτολόγο μπορεί σε ένα αρχικό επίπεδο να έχουν αρνητική επίδραση και να παρερμηνευθούν από τον ασθενή ως μια προσπάθεια για ‘απώλεια βάρους΄, κάτι εντελώς πέρα από τους στόχους της θεραπείας.

Στην πραγματικότητα, οι ρόλοι του διαιτολόγου για τους ασθενείς με διαταραχές λήψης τροφής είναι οι ακόλουθοι:

  • Bελτίωση της ποιότητας της διατροφής του ασθενούς
  • Αποκατάσταση του βάρους
  • Διατροφική εκπαίδευση σε ατομικό ή ομαδικό επίπεδο.

Πλάνο διαιτολογικής δράσης

Ο διαιτολόγος στις αρχικές συναντήσεις με τον ασθενή, εκτιμά την κατάσταση του βάρους, τον μεταβολισμό και τη σωματική σύσταση του ασθενούς, ενώ αποκτά εικόνα για τις διατροφικές συνήθειές του πάνω στις οποίες σχεδιάζει το διαιτολόγιο.

Σε αυτό το σημείο είναι απαραίτητο να τονίσουμε ότι το διαιτολόγιο του ασθενούς που πάσχει από διατροφικές διαταραχές θα πρέπει σταδιακά να πλησιάσει το ιδανικό και πλήρες εξατομικευμένο διατροφικό σχήμα μέσα από ένα χρονικό διάστημα επαρκές για να μπορέσει ο ασθενείς να το εφαρμόσει.

Θα ήταν ιδιαίτερα αποθαρρυντικό για τον ασθενή να δοθεί το ‘ιδανικό’ διαιτολόγιο από την αρχή, γιατί ο ίδιος δεν θα είναι σε θέση να το ακολουθήσει και μπορεί ακόμα και να αποτραβηχτεί από το θεραπευτικό πλάνο. Χρειάζεται λοιπόν αργή και σταδιακή διαμόρφωση της διατροφής.

Παράλληλα, η καταγραφή τροφής και συναισθημάτων που συνδέονται με την πρόσληψή της μπορεί πραγματικά να βοηθήσει τον ασθενή, αλλά και τον επαγγελματία διαιτολόγο, να κατανοήσουν τα σημεία που χρειάζονται βελτίωση στο διατροφικό πρόγραμμα του ασθενούς.

Είναι σημαντικό να αναφέρουμε ότι οι ασθενείς με διαταραχές λήψης τροφής- και κυρίως τα άτομα που πάσχουν από νευρική ανορεξία- είναι ιδιαιτέρως ενημερωμένα σε σχέση με θέματα που αφορούν στη διατροφή και συχνά παρουσιάζουν τις γνώσεις και τις αντιρρήσεις τους σε σχέση με τρόφιμα του διαιτολογίου, κατά συνέπεια ο διαιτολόγος πρέπει να είναι καλός γνώστης της επιστήμης του και να έχει κλινική εμπειρία για να είναι σε θέση να επιχειρηματολογήσει εύστοχα.

Καθορίζονται ξεκάθαροι στόχοι βάρους και συχνότητα διαιτολογικής παρακολούθησης και υπάρχει απόλυτη ενημέρωση του ασθενούς σε σχέση με την εξέλιξη της κατάστασής του.

Παράλληλα με την αποκατάσταση του βάρους και τη διαμόρφωση της διατροφής του ασθενούς η διατροφική εκπαίδευση σε ατομικό ή ομαδικό επίπεδο είναι μια ακόμα αρμοδιότητα του διαιτολόγου που ασχολείται με τις διαταραχές λήψης τροφής.

Ας μην ξεχνάμε πως πολλοί από τους ασθενείς έχουν εσφαλμένη αντίληψη των ποσοτήτων και χρειάζονται ενημέρωση σε σχέση με την κατάλληλη ποσότητα φαγητού για να διατηρήσουν ή να αυξήσουν το βάρος τους.

Συμπεράσματα

Ο διαιτολόγος αποτελεί σημαντικό επαγγελματία για την αντιμετώπιση των διαταραχών λήψης τροφής, ωστόσο δεν θα μπορούσε να είναι αποτελεσματικός παρά μόνο στα πλαίσια μιας ομάδας επιστημόνων (γιατρός, ψυχολόγος και ψυχίατρος) που συνεργάζονται για τον καθορισμό του θεραπευτικού πλάνου του ασθενούς.

Το έργο του είναι δύσκολο και χρειάζεται ένα αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα για να μπουν οι ασθενείς στη φάση της ανάρρωσης. Οι διαιτολογικοί στόχοι για τους ασθενείς με διαταραχές λήψης τροφής σίγουρα δεν είναι επικεντρωμένοι στο βάρος ή στην απώλεια αυτού, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις της παχυσαρκίας.

Ο επαγγελματίας διαιτολόγος καλείται περισσότερο να εξυγιάνει την επαφή των ατόμων με διαταραχές λήψης τροφής με το φαγητό και να διαμορφώσει πιο σωστές διατροφικές αντιλήψεις, μέσα από επιμορφωτικές ατομικές ή ομαδικές συνεδρίες.