Γράφει η Κωνσταντίνα Καρασούλη, MSc

Η επιλογή της τροφής αποτελεί μία σύνθετη συμπεριφορά του ανθρώπου. Μελετώντας τη διατροφική συμπεριφορά των παιδιών, συμπεραίνουμε ότι στη διαμόρφωσή της συμμετέχουν ποικίλοι αλληλοεξαρτώμενοι παράγοντες. Συγκεκριμένα οι περιβαλλοντικοί παράγοντες αλληλεπιδρούν με τις γενετικές προδιαθέσεις, για να παράγουν συγκεκριμένες τροφικές προτιμήσεις.

Οι γενετικές αυτές προδιαθέσεις των παιδιών περιλαμβάνουν την προδιάθεση να προτιμούν τροφές που έχουν γλυκιά και αλμυρή γεύση και να απορρίπτουν τροφές με ξινή ή πικρή γεύση καθώς και την προδιάθεση να απορρίπτουν νέες τροφές (νεοφοβία) και να προτιμούν τις πιο οικείες.

Οι γονείς, λοιπόν, παρέχουν τη γενετική προδιάθεση στα παιδιά τους, αλλά παρέχουν, ταυτόχρονα, και το περιβάλλον μέσα στο οποίο η προδιάθεση αυτή θα εκφραστεί. Ας δούμε στη συνέχεια μερικές από τις παραμέτρους που επιδρούν στη διατροφική συμπεριφορά των παιδιών.

'Εμφυτες τροφικές προτιμήσεις

Ο άνθρωπος έχει μία έμφυτη προτίμηση προς τις γλυκές γεύσεις και μία αποστροφή προς τις πικρές. Αυτό συμβαίνει διότι στη φύση η γλυκύτητα παραπέμπει σε τρόφιμο υψηλής ενεργειακής αξίας, ενώ οι πικρές γεύσεις προμηνύουν την παρουσία τοξικότητας στο τρόφιμο.

Μετά τη γέννηση προτιμάται η γλυκιά γεύση, ενώ η πικρή και ξινή γεύση απορρίπτονται. Η προτίμηση για αλάτι εμφανίζεται περίπου στον 4ο μήνα της ζωής. Οι προδιαθέσεις, για προτίμηση συγκεκριμένων γεύσεων και απόρριψη άλλων από τα παιδιά, τροποποιούνται μέσα από την πρώιμη εμπειρία τους με τα τρόφιμα.

Σε μελέτη που δημοσιεύτηκε το 2002 φάνηκε ότι η γλυκιά γεύση αποτελεί έμφυτο χαρακτηριστικό, ενώ η προτίμηση άλλων γεύσεων, όπως η ξινή, είναι αποτέλεσμα γευστικών εμπειριών κατά τα δύο πρώτα έτη της ζωής. Να μην ξεχνάμε, επίσης, ότι τα παιδιά προτιμούν γλυκές γεύσεις, γιατί έχουν μικρότερη ευαισθησία στην αντίληψη της γλυκιάς γεύσης, σε σχέση με τους εφήβους και τους ενήλικες και επιθυμούν μεγαλύτερη ποσότητα ζάχαρης, για να νιώσουν το ίδιο αίσθημα ευχαρίστησης με τα άτομα μεγαλύτερης ηλικίας.

Νεοφοβία

Η απροθυμία για κατανάλωση ή η αποφυγή νέων τροφίμων έχει ως αποτέλεσμα την υιοθέτηση αποστροφών απέναντι σε ένα τρόφιμο. Το φαινόμενο αυτό, που καλείται νεοφοβία, εκδηλώνεται ελάχιστα κατά τη βρεφική ηλικία, αυξάνεται στην πρώιμη παιδική ηλικία και μειώνεται κατά την ενηλικίωση.

Ο σκοπός της ανάπτυξης νεοφοβιών είναι η προστασία απέναντι στην πιθανή πρόσληψη επικίνδυνων τροφίμων. Όταν, όμως, ο φόβος εμποδίζει την κατανάλωση νέων, αλλά ιδιαίτερα θρεπτικών τροφίμων από τα παιδιά, αυτό μπορεί να έχει δυσχερείς συνέπειες στην ανάπτυξη και την υγεία τους, γενικότερα.

Για το λόγο αυτό, απαιτούνται προσπάθειες, ώστε η αρχική νεοφοβική απόρριψη τροφίμων να μετατραπεί σε προτίμηση και αύξηση της πρόσληψης αυτών. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί μέσω της χρήσης συγκεκριμένων τεχνικών.

Πιο συγκεκριμένα, η επιμονή στην επαναλαμβανόμενη παρουσία των διαφόρων τροφίμων στο παιδί, μειώνει την απροθυμία του να καταναλώσει ένα τρόφιμο οικείο για την υπόλοιπη οικογένεια, παρόλο που ίσως χρειαστούν πέντε με δέκα προσπάθειες έκθεσης του ίδιου τροφίμου, προκειμένου να επιτευχθεί η προσδοκώμενη τροφική επιλογή.

Ωστόσο, προκειμένου το παιδί να αποδεχτεί ένα νέο τρόφιμο, πρέπει να προηγηθεί η δική του γευστική δοκιμασία και εμπειρία. Μόνο η θέα ενός τροφίμου ή η παρατήρηση άλλων να καταναλώνουν το τρόφιμο δεν είναι αποτελεσματική στην πρόκληση αλλαγών των τροφικών επιλογών του παιδιού.

Επίσης, για την εξάλειψη του φαινομένου της νεοφοβίας φαίνεται ότι η έκθεση του παιδιού σε καταστάσεις, όπου κάποιοι άλλοι (συνομήλικοι, δάσκαλοι) τρώνε τα τρόφιμα που το ίδιο δεν προτιμά, είναι ικανή να βοηθήσει στην τροποποίηση της διατροφικής συμπεριφοράς.

Άτομα από το κοντινό περιβάλλον δρουν ως πρότυπα για τα παιδιά, που προσπαθούν να μιμηθούν τη συμπεριφορά στην οποία εκτίθενται. Μία ακόμη τακτική είναι αυτή, κατά την οποία τα νέα τρόφιμα συνδυάζονται με οικείες γεύσεις.

Συνοδεύοντας ένα νέο τρόφιμο με ένα που ήδη προτιμάται από το παιδί, μπορεί να οδηγήσει σε μεγαλύτερη αποδοχή, όπως για παράδειγμα καλύπτοντας το ψάρι με μια σάλτσα που ήδη καταναλώνει το παιδί.

Η πρόσβαση και διαθεσιμότητα των τροφίμων

Η πρώιμη και επαναλαμβανόμενη έκθεση σε τρόφιμα με υψηλή περιεκτικότητα σε ενέργεια, ζάχαρη και λίπος αποτελούν σημαντικούς παράγοντες, που επηρεάζουν την υιοθέτηση προτιμήσεων απέναντι στα τρόφιμα αυτά. Τα παιδιά μαθαίνουν να προτιμούν τροφές υψηλής ενεργειακής πυκνότητας, έναντι άλλων με μικρή θερμιδική αξία, και να συνδέουν τις τροφές αυτές με τη γεύση τους.

Είναι γεγονός, όμως, ότι τα τρόφιμα μεγάλης ενεργειακής πυκνότητας, και μάλιστα αυτά με υψηλή περιεκτικότητα σε λίπος, είναι και τα πιο κοινά στην κουζίνα μας, καθώς τα προτιμούν και οι ενήλικες. Επίσης, τρόφιμα όπως γλυκά, αναψυκτικά και παγωτά καταναλώνονται, κυρίως, σε κοινωνικές εκδηλώσεις και χρησιμοποιούνται ως επιβράβευση ή ως τιμωρία (όταν αποτρέπεται η κατανάλωσή τους).

Έτσι, τα παιδιά μαθαίνουν να συνδυάζουν την κατανάλωση των παραπάνω τροφών με συγκεκριμένες καταστάσεις.

Εκτός από την πρόσβαση, η διαθεσιμότητα διαμορφώνει την προτίμηση και κατά συνέπεια την κατανάλωση ενός τροφίμου. Σε πρόσφατη μελέτη τους ο Hearn και οι συνεργάτες του παρατήρησαν ότι τα παιδιά κατανάλωναν περισσότερα φρούτα και λαχανικά στο σχολείο, όταν αυτά προσφέρονταν σε αφθονία.

Το ίδιο συνέβαινε και στο σπίτι. Εάν λοιπόν τα φρούτα και τα λαχανικά προσφέρονται μαζί με τα γεύματα, οι πιθανότητες αυτά να καταναλωθούν αυξάνονται σημαντικά.

Οι πρακτικές των γονέων για τη θρέψη των παιδιών

Η άσκηση ελέγχου των γονέων πάνω στο είδος και την ποσότητα του τροφίμου που καταναλώνουν τα παιδιά, μπορεί να επηρεάσει τις διατροφικές τους προτιμήσεις. Για παράδειγμα, αποτελεί κοινή πρακτική η προσπάθεια για περιορισμό της διαθεσιμότητας ορισμένων τροφίμων, όπως η σοκολάτα και τα γλυκίσματα.

Αυτού του είδους ο περιορισμός, κάνει τα τρόφιμα αυτά πιο ελκυστικά και είναι πιθανότερο για τα παιδιά να τα επιλέξουν και να τα καταναλώσουν σε καταστάσεις, όπου οι γονείς δεν είναι παρόντες.
Επιπρόσθετα, η τακτική της επιβράβευσης για τρόφιμα, που οι γονείς επιθυμούν τα παιδιά τους να καταναλώσουν, ενδέχεται να έχει απρόσμενα αποτελέσματα.

Για παράδειγμα, η πρακτική 'Φάε τη σαλάτα σου και μετά δες τηλεόραση', μπορεί να μειώσει την προτίμηση για το τρόφιμο αυτό.

Συμπερασματικά, οι γονείς πρέπει να γνωρίζουν ότι διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση της δατροφικής συμπεριφοράς του παιδιού, λειτουργώντας κυρίως ως πρότυπα. Από την άλλη μεριά διαθέτουν στη φαρέτρα τους τεχνικές, η σωστή χρήση των οποίων μπορεί να τροποποιήσει τις διατροφικές επιλογές του παιδιού προς την κατεύθυνση ενός υγιεινού και θρεπτικά ισορροπημένου διαιτολογίου.