Πολύ πρόσφατα, στην Οτάβα του Καναδά, έγινε μια έρευνα που στόχευσε στη διατροφική ανάλυση των τροφίμων που υπάρχουν σε ένα σούπερ μάρκετ και απευθύνονται στους μικρούς μας φίλους.

Εξετάστηκε η διατροφική σύσταση 367 προϊόντων, εκτός αυτών που υπάγονται στην κατηγορία junk food, (γλυκά, αναψυκτικά, κέικς, τσιπς, πατατάκια).

Τα προϊόντα που εξετάστηκαν ήταν για παράδειγμα δημητριακά, κράκερς, μπισκότα, σούπες, ποτά, ντρέσινγκς, σάλτσες, μαρμελάδες, κατεψυγμένα προϊόντα (πίτσες, πατάτες προτηγανισμένες, πακεταρισμένα μεσημεριανά γεύματα, βάφλες, στρούντελς), αλλά και γαλακτοκομικά προϊόντα όπως γάλα, γιαούρτι, τυριά, ποτά με βάση το γάλα ή το γιαούρτι.

Το κοινό τους στοιχείο ήταν πως όλα με κάποιο τρόπο στόχευαν αποκλειστικά στην ομάδα των παιδιών.

Το ενδιαφέρον της συγκεκριμένης μελέτης όμως, είναι πως ταυτόχρονα εξετάστηκε η σχέση ανάμεσα στα μηνύματα, τις εικόνες και τους ισχυρισμούς υγείας που είχαν αυτά τα τρόφιμα και της πραγματικής θρεπτικής τους ικανότητας. Ιδιαίτερα στη σημερινή εποχή που η παιδική παχυσαρκία αποτελεί σοβαρό πρόβλημα δημόσια υγείας και επηρεάζει το 35% των παιδιών του Καναδά, των ΗΠΑ και της Ευρώπης, τα αποτελέσματα μιας τέτοιας έρευνας αποκτούν ξεχωριστό ενδιαφέρον.

Οι περισσότερες μελέτες που αξιολογούν τα διατροφικά διαφημιστικά μηνύματα που μεταφέρονται προς τα παιδιά εστιάζουν κυρίως στα τηλεοπτικά μηνύματα των διαφημίσεων και τις καμπάνιες των εταιρειών γρήγορου φαγητού (φαστ φουντ).

Τι συμβαίνει όμως σε μια άλλη συνιστώσα του περιβάλλοντός μας που ονομάζεται σούπερ μάρκετ; Αναμφισβήτητα, υπάρχει έλλειψη γνώσης των διατροφικών πληροφοριών των τροφίμων που βρίσκονται μέσα σε ένα σούπερ μάρκετ και στοχεύουν στα άτομα της παιδικής ηλικίας.

Πέρα από την κλασσική κατηγοριοποίηση σε γλυκά, λιπαρά σνακς και αναψυκτικά με ζάχαρη και την ομαδοποίηση όλων αυτών κάτω από την ‘ομπρέλα’ που τιτλοφορείται ‘φαστ φουντ’ υπάρχει κενό πληροφόρησης. Οι διάφορες έρευνες δεν έχουν εξετάσει τα είδη των τροφίμων στις υπόλοιπες κατηγορίες προϊόντων, όπως των γαλακτοκομικών, των κατεψυγμένων και των αποξηραμένων.

Τα λεγόμενα ‘χαρούμενα τρόφιμα’ για τα παιδιά θα πρέπει να περιγραφούν καλύτερα, καθώς πλέον δεν περιορίζονται μόνο στην κατηγορία των δημητριακών. Διατρέχουν πλέον κάθε είδος γεύματος, από το πρωινό και τα ενδιάμεσα σνακς μέχρι το μεσημεριανό και το δείπνο.

Η διαδικασία μάρκετινγκ των τροφίμων αυτών προσπαθεί να πείσει πως τα παιδιά, λόγω των ειδικών αναγκών τους, χρειάζονται εξειδικευμένα γεύματα και τρόφιμα. Δημιουργείται όμως στα παιδιά η εντύπωση πως τα τρόφιμα γι αυτά πρέπει να είναι πολύχρωμα και διαφορετικά από αυτά των μεγάλων.

Όλη η επιστήμη του εντυπωσιασμού, των χρωμάτων και των ηρώων των κινουμένων σχεδίων, τελικά ίσως να απομακρύνει τα παιδιά από την ουσία της διατροφής: τη θρεπτικότητα σε μια ηλικία πολύ κρίσιμη για την περαιτέρω ανάπτυξή τους.

Προσοχή λοιπόν απαιτείται από τις διαφημιστικές εταιρείες και τους διαιτολόγους που συνεργάζονται με αυτές για να μη διαταραχθεί η ευαίσθητη σχέση των παιδιών με τη διατροφή και αλλοτροιωθεί σε κάτι που θυμίζει θρέψη αλλά τελικά οδηγεί σε κακοθρεψία και παχυσαρκία.

Τα διαφημιστικά μηνύματα οφείλουν να φέρνουν τα παιδιά κοντά στην υγιεινή διατροφή και όχι να τα απομακρύνουν από αυτή.

Ας μη λησμονούμε πως η παιδική παχυσαρκία χαρακτηρίζεται επιπρόσθετα από μια σειρά συνοδών νόσων, όπως υπέρταση, σακχαρώδης διαβήτης τύπου 2, καρδιαγγειακά προβλήματα και κάποιες μορφές καρκίνου. Τα υπέρβαρα παιδιά υποφέρουν επίσης από ψυχολογικά προβλήματα, κατάθλιψη και κοινωνική αποξένωση.

Οι προσπάθειες αντιμετώπισης του προβλήματος έχουν στοχεύσει την οικογένεια, το σχολείο αλλά και την κοινότητα. Ακόμα όμως δεν έχει βρεθεί ποια ακριβώς προσέγγιση είναι πιο αποτελεσματική. Ένα από τα στοιχεία που επαληθεύεται στις διάφορες έρευνες είναι ο ρόλος της βιομηχανίας τροφίμων στο πρόβλημα, καθώς προωθεί συστηματικά στα παιδιά τρόφιμα πλούσια σε ζάχαρη και/ή λίπος.

Η έρευνα, λοιπόν, κατέληξε πως λιγότερο από 1% των τροφίμων που στοχεύουν τα παιδιά είναι φρούτα και λαχανικά, ενώ το 89% των παιδικών τροφίμων μπορεί να χαρακτηριστεί ως φτωχής διατροφικής αξίας, εξαιτίας υψηλών επιπέδων λίπους, ζάχαρης ή αλατιού.

Ένα παιδικό τρόφιμο λοιπόν δεν είναι απαραίτητα θρεπτικό και το γεγονός αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν στη συγκεκριμένη έρευνα έχουν εξαιρεθεί τα τρόφιμα που χαρακτηρίζονται ως πολύ χαμηλής διατροφικής αξίας (junk food).

Μέσα σε όλα αυτά τα ενδιαφέροντα έρχονται να προστεθούν οι διατροφικοί ισχυρισμοί (π.χ χαμηλού λίπους, πλούσιο σε σίδηρο κ.α.) που πραγματοποιούν πολλά από αυτά τα τρόφιμα. Στο σημείο αυτό υπάρχει η παγίδα πως μέσα από τον ισχυρισμό ο καταναλωτής σχηματίζει άποψη για τη συνολική θρεπτικότητα του τροφίμου.

Όμως κανείς δεν αποκλείει πως ένα τρόφιμο που έχει διατροφικό ισχυρισμό στη μπροστινή του ετικέτα ‘χαμηλών λιπαρών’ μπορεί ουσιαστικά να είναι χαμηλής διατροφικής αξίας εξαιτίας υψηλών επιπέδων ζάχαρης. Άλλα προϊόντα που έχουν τον ισχυρισμό π.χ ‘δεν περιέχει τρανς λιπαρά’ μπορεί να έχουν χαμηλή θρεπτική αξία εξαιτίας υψηλής περιεκτικότητας λίπους ή υψηλής περιεκτικότητας σε αλάτι.

Ποιά είναι όμως η ελληνική πραγματικότητα; Ένα γεγονός που συνέβη πρόσφατα νομίζω πως λύνει κάθε απορία. Το Συμβούλιο Ελέγχου Επικοινωνίας έκανε έκκληση, σε διαφημιστές και διαφημιζόμενους, για περιορισμό των υπερβολών στη διαφήμιση των τροφίμων και ποτών (π.χ αλλαντικά, αρτοειδή, αναψυκτικά, τυριά, βούτυρο) που επικαλούνται συμβολή στη διατήρηση ή και βελτίωση της υγείας των καταναλωτών.

Αφορμή γι αυτή την έκκληση στάθηκαν διαφημιστικά μηνύματα, σύμφωνα με τα οποία, τρόφιμα κατά συνθήκη ‘επιβαρυντικά για την υγεία’ πλασάρονται ως υγιεινά ή και ‘θεραπευτικά’.

Η επιστολή απευθύνθηκε στην ‘Ενωση Εταιρειών Διαφήμισης και Επικοινωνίας, αλλά το ενδιαφέρον του πράγματος είναι πως κοινοποιήθηκε στη Γ.Γ. Καταναλωτή του υπουργείου Ανάπτυξης και στην Καρδιολογική Εταιρεία. Το απογοητευτικό δε είναι πως πολλά από τα τρόφιμα τα οποία η επιστολή στοχοποιεί εφοδιάζονται από επιστημονικούς φορείς, κρατικούς και μη, με διαβεβαιώσεις που τα πιστοποιούν ή τα χαρακτηρίζουν ευεργετικά για την υγεία.

Ακόμα και οι καρτουνίστικες φιγούρες που παρουσιάζονται σε εικόνες κάποιας δραστηριότητας περνούν υποσυνείδητα το μήνυμα πως π.χ το συγκεκριμένο παιδικό τρόφιμο δίνει ενεργητικότητα και υπερτερεί σε σχέση με άλλα που δεν έχουν τέτοιες ‘δραστήριες φιγούρες’ και δεν προκαλούν ταύτιση του παιδιού με αυτές.

Τον τελευταίο καιρό στην Ελλάδα ο ΕΦΕΤ έχει καλέσει τις εταιρείες τροφίμων να υποβάλλουν τις προτάσεις τους για τους υποψήφιους ισχυρισμούς υγείας των τροφίμων. Χαρακτηριστικό είναι πως στον Καναδά επιτρέπονται μόνο 5 ισχυρισμοί υγείας για τα τρόφιμα και το νομοθετικό πλαίσιο είναι αυστηρό.

Ενδιαφέρον ακόμα είναι το γεγονός πως στη συγκεκριμένη έρευνα όταν ρωτήθηκαν οι βιομηχανίες τροφίμων για τις ποσότητες των προστιθέμενων και όχι των φυσικά απαντώμενων σακχάρων στα υπό εξέταση τρόφιμα αρνήθηκαν να τις αποκαλύψουν.

Η νομοθεσία που τελικά θα διέπει τους ισχυρισμούς υγείας στα τρόφιμα και ειδικά στα παιδικά αναμένεται με μεγάλο ενδιαφέρον.