Είναι γεγονός πως η πολύπλευρη σημασία της σωστής διατροφής στη πρόληψη του καρκίνου, δεν αποτελεί σήμερα συνείδηση του μέσου πολίτη. Δεν είναι λίγοι αυτοί, που εξακολουθούν να πιστεύουν πως αν είναι να σου συμβεί θα σου συμβεί και πως κάθε απομέρους μας προσπάθεια, με καθαρά προληπτική κατεύθυνση, είναι μάταια.

Και όλα αυτά τη στιγμή που το Παγκόσμιο Ταμείο Έρευνας για τον Καρκίνο (WCRF) αλλά και το Αμερικανικό Ινστιτούτο Έρευνας για τον Καρκίνο (AICR) ανακοινώνουν πως ποσοστό της τάξεως του 30%-40% όλων των καρκίνων που εκδηλώνονται, σχετίζεται άμεσα με την διατροφή, την μειωμένη σωματική δραστηριότητα, την παχυσαρκία και με άλλους παράγοντες, που βρίσκονται σε απόλυτη συνάρτηση με τον τρόπο ζωής μας και συνεπώς θα μπορούσαν να αλλάξουν.



Σε επίσημη δε αναφορά των δύο αυτών οργανισμών, τονίζεται πως συγκεκριμένες αλλαγές στη διατροφή, θα μπορούσαν να συνεισφέρουν στην πρόληψη του 50% των περιπτώσεων καρκίνου του μαστού.

Στην προσπάθεια άντλησης χρηστικών στοιχείων από επιδημιολογικές αλλά και in-vitro μελέτες, σχετικά με την διατροφή και την πρόληψη του καρκίνου του μαστού, πολλά ελπιδοφόρα δεδομένα περνούν επιτέλους στο προσκήνιο.



Στη διαμόρφωση του ρίσκου για τον καρκίνο του μαστού, τεράστιο ρόλο παίζουν οι μεταβολίτες των οιστρογόνων.

Ένας από τους βασικούς μηχανισμούς απομάκρυνσης, μέρους ισχυρών οιστρογονικών μεταβολιτών από τον ανθρώπινο οργανισμό, αποτελεί η σύζευξή τους με τον «μεταφορέα» γλυκουρονικό οξύ.

Η β-γλυκουρονιδάση αποτελεί ένζυμο που ουσιαστικά εμπλέκεται στην προαναφερθείσα σύζευξη διακόπτοντάς την, αποτρέποντας έτσι, τουλάχιστο εν μέρει, την διαδικασία απομάκρυνσης ισχυρών μεταβολιτών οιστρογονικής φύσεως. Εύλογα λοιπόν συμπεραίνεται πως η αναστολή της δράσης της β-γλυκουρονιδάσης, θα μπορούσε να συνεισφέρει θετικά στη μείωση του ρίσκου για εκδήλωση καρκίνου του μαστού, τουλάχιστον σε συγκεκριμένες πληθυσμιακές ομάδες.

Κάτι τέτοιο, πιθανόν να μπορούσε να επιτευχθεί με την εισαγωγή στο σιτηρέσιο τροφών πλούσιων σε d-glucaric acid ? ή άλατα αυτού, όπως τα μήλα. Μελέτες με διατροφικά συμπληρώματα πλούσια σε άλατα ασβεστίου του d-glucaric acid (calcium-d-glucarate) αναμένεται να μας δώσουν στοιχεία μέσα στη τρέχουσα χρονιά, ενώ η αρωγή του συγκεκριμένου άλατος στην αναστολή της δράσης της β-γλυκουρονιδάσης και στη μείωση των επιπέδων συγκεκριμένων μεταβολιτών οιστρογόνων σε πειραματόζωα ², έχει ήδη πιστοποιηθεί.



Πρόσφατα και στα πλαίσια μελέτης ³ βρεφικής φόρμουλας πλούσιας σε καζεΐνη, ανακαλύφθηκε και ένας άλλος ισχυρός αναστολέας της δράσης της β-γλυκουρονιδάσης, το L- ασπαρτικό οξύ.

Ίσως όμως το κλειδί στην αντιμετώπιση της β-γλυκουρονιδάσης, να μην βρίσκεται στο πως διατροφικά (ή φαρμακευτικά) θα αναστείλουμε τη δράση της, αλλά στο πως θα ανατρέψουμε την ενδογενή παραγωγή της από την εντερική μικροβιακή χλωρίδα.

Ως προς αυτήν την κατεύθυνση οδεύουν έρευνες με βάση προβιοτικά στελέχη βακτηρίων (κυρίως λακτοβάκιλλων και μπιφιντοβακτηρίων) , που σκοπό έχουν να δημιουργήσουν μια τέτοια σύνθεση εντερικής μικροβιακής χλωρίδας, που θα συνεισφέρει στη μικρότερη δυνατή παραγωγή αυτού του ενζύμου.

Αν τα αποτελέσματα αυτών των ερευνών που διενεργούνται από την ομάδα μας οδηγήσουν σε θετικά αποτελέσματα, η έννοια των λειτουργικών προβιοτικών τροφίμων θα πάρει σίγουρα μια καινούρια διάσταση.

Δύο από τα διατροφικά συστατικά, που εδώ και χρόνια βρίσκονται στο μικροσκόπιο των ερευνών για την πρόληψη του καρκίνου του μαστού, είναι η σουλφοραφάνη και η ινδόλη 3C, ουσίες που βρίσκονται σε σημαντική ποσότητα στο μπρόκολο και στα λαχανάκια Βρυξελλών.



Πιο συγκεκριμένα η σουλφοραφάνη συμβάλλει στην ενίσχυση της δραστηριότητας ενζυμικών μηχανισμών του οργανισμού (phase II detoxification enzymes), που παίζουν πρωτεύοντα ρόλο στην εξουδετέρωση καρκινογόννων ουσιών, με τις οποίες έρχεται συχνά ο οργανισμός μας αντιμέτωπος.

Σε πολύ πρόσφατη μελέτη (4) δε, φάνηκε ότι η σουλφοραφάνη ενεργεί επίσης και ως αντιπολλαπλασιαστικός παράγοντας σε περιπτώσεις καρκίνου του μαστού. Το γεγονός ότι η σουλφοραφάνη σε μεγάλες δόσεις έχει τοξική επίδραση στον ανθρώπινο οργανισμό, ώθησε κάποιους επιστήμονες στην παραγωγή συνθετικού παρασκευάσματος ανάλογου της σουλφοραφάνης (oxomate), με 7 φορές λιγότερο τοξική δράση από την φυσική σουλφοραφάνη.

Το συγκεκριμένο παρασκεύασμα εδόθη από τον Dr. Jerome Kosmeder και τους συνεργάτες του στο University of Illinois σε πειραματόζωα που είχαν εκτεθεί σε καρκινογόννες χημικές ενώσεις και παρατηρήθηκε ότι τα πειραματόζωα είχαν τις μισές πιθανότητες να αναπτύξουν καρκίνο του μαστού, σε σχέση με εκείνα που δεν έλαβαν το εν λόγω παρασκεύασμα.



Ιδιαίτερης μνείας αξίζει και το γεγονός της συνεργιστικής δράσης του σεληνίου με την σουλφοραφάνη, που πρόσφατα ανακαλύφθηκε (5), μιας και τα σταυρανθή (μπρόκολο, κουνουπίδι, λαχανάκια Βρυξελλών, κ.λ.π.) εμπεριέχουν σημαντικά ποσά σεληνίου.



Η ινδόλη 3C, ένα ακόμα απο τα «θαυματουργά» συστατικά των σταυρανθών, εμπλέκεται στον μεταβολισμό των οιστρογόνων. Με την παρουσία της ινδόλης 3C, έχουμε έως και 50% μείωση της μετατροπής των οιστρογόνων σε 16-α-υδρόξυ-οιστρόνη, που αποτελεί ισχυρότατο μεταβολίτη οιστρογόνων.

Πέρα όμως από τη συγκεκριμένη επίδραση, το εντυπωσιακό που προκύπτει από πρόσφατα επιστημονικά στοιχεία που βρίσκονται υπό έκδοση (6), είναι ότι η ινδόλη 3C αναστέλλει την έκφραση μιας γλυκοπρωτεΐνης, της ΜUC1, που εμπλέκεται σημαντικά στη διαδικασία της καρκινογένεσης και της μετάστασης.



Η πλούσια λοιπόν περιεκτικότητα των σταυρανθών σε αυτές τις ουσίες (σουλφοραφάνη, ινδόλη 3C, σελήνιο) ώθησαν ερευνητές του United States Department οf Agriculture (7), στο να ανάγουν τα σταυρανθή σε «ασπίδες» έναντι του καρκίνου του μαστού και να τα διαχωρίσουν για πρώτη φορά, από τα υπόλοιπα λαχανικά ως τα πιο καρκινοπροστατευτικά.



Πέρα όμως από τα σταυρανθή και άλλες τροφές, όπως η σόγια με τις ισοφλαβόνες της, τα λιπαρά ψάρια και τα θαλασσινά με την περιεκτικότητα τους σε EPA και DHA της οικογένειας των ω-3 λιπαρών οξέων και ο λιναρόσπορος με την πλούσια περιεκτικότητά του σε α-λινολενικό οξύ και λιγνάνες, έχουν αποτελέσει εδώ και χρόνια αντικείμενο εκτεταμένης μελέτης για πιθανές προφυλακτικές επιδράσεις έναντι του καρκίνου του μαστού.



Σε έρευνα (8) Ιταλών και Ελβετών, που διήρκησε 10 χρόνια και που δημοσιεύτηκε πρόσφατα, φαίνεται ξεκάθαρα ότι το πλούσιο σε ω-3 λιπαρά οξέα σιτηρέσιο, μειώνει τις πιθανότητες για εμφάνιση καρκίνου του μαστού και όχι μόνο.



Στο ίδιο συμπέρασμα καταλήγει η μεγάλη επιδημιολογική μελέτη The Singapore Chinese Health Study (9) που διεξήχθη ανάμεσα σε 35,298 γυναίκες ηλικίας 45-74 ετών. Στην συγκεκριμένη μελέτη η παροχή των ω-3 λιπαρών οξέων, συνυπολογίστηκε από τα ψάρια και τα θαλασσινά και το τονίζουμε αυτό, γιατί υπάρχουν αξιόπιστα επιστημονικά δεδομένα, που διευκρινίζουν ότι είναι σημαντικότερη η αρωγή των EPA και DHA των ιχθυελαίων, από την αντίστοιχη του α-λινολενικού (που υπάρχει σε τεράστια ποσά στον λιναρόσπορο) ως πηγή ω-3 λιπαρών.

Βέβαια θα μπορούσε κάποιος να εικάσει πως από την στιγμή που ο οργανισμός μας μετατρέπει το α-λινολενικό σε EPA και DHA οδηγούμαστε στο ίδιο αποτέλεσμα, όμως μελέτες 10,11 δείχνουν πως η εν λόγω μετατροπή δεν λαμβάνει χώρα άρτια σε όλους τους οργανισμούς, σε όλες τις ηλικιακές φάσεις ή εξίσου και στα δύο φύλλα.



Η αναλογία ω6/ω3 είναι ένα ακόμα θέμα που χρήζει αναφοράς, μια και πολλοί ερευνητές ανάμεσα στους οποίους και η Άρτεμις Σιμοπούλου, επισημαίνουν την αναγκαιότητα για αλλαγή της υπάρχουσας αναλογίας, που στις Δυτικές χώρες φθάνει και το 16/1 και τονίζουν πως η χαμηλότερη αναλογία ω6/ω3 αντιστοιχεί σε μείωση του ενδεχομένου εμφάνισης καρκίνου του μαστού(12).



Το πιο πολυσυζητημένο γκρουπ διατροφικών ουσιών αναφορικά πάντα με τον καρκίνο του μαστού, είναι σίγουρα τα φυτοοιστρογόνα.

Σε αυτήν την κατηγορία των μη-στεροειδών οιστρογόνων, ανήκουν τα ισοφλαβονοειδή, οι λιγνάνες, οι κουμεστάνες και τα στιλβένια, που ουσιαστικά αποτελούν μέλη της ευρύτερης οικογένειας των πολυφαινολών.

Τόσο οι λιγνάνες (που αποτελούν στη δίαιτα των Ευρωπαϊκών χωρών, το συνηθέστερο είδος φυτοοιστρογόνων(13), αφού βρίσκονται σε καρπούς, δημητριακά, όσπρια, φρούτα και λαχανικά) όσο και τα στιλβένια (από τα χαρακτηριστικότερα στιλβένια είναι η ρεσβερατρόλη του κόκκινου κρασιού), μεταβολίζονται από την μικροβιακή εντερική χλωρίδα, προκειμένου να μετατραπούν σε βιολογικά ενεργούς οιστρογονικούς μεταβολίτες.

Από την άλλη μεριά, μελέτες σε ανθρώπους (14), αποδεικνύουν ότι τα ισοφλαβονοειδή και ιδιαίτερα οι ισοφλαβόνες της σόγιας, κατέχουν αυτούσια οιστρογονική δράση, ιδιαιτέρως όμως ασθενέστερη από αυτήν της οιστραδιόλης.

Σχετικά τώρα με το συνολικό πόρισμα που θα μπορούσε να εκθέσει κάποιος για το αν τα φυτοοιστρογόνα μειώνουν το ρίσκο για καρκίνο μαστού, η πληθώρα αντικρουόμενων ερευνητικών αποτελεσμάτων δεν αφήνει περιθώρια για ξεκάθαρες διαπιστώσεις.

Πρόσφατη ανασκόπηση 18 επιδημιολογικών ερευνών(15) ποικίλης μεθοδολογίας, κατέληξε στο ότι τα φυτοοιστρογόνα δεν ασκούν προφυλακτική επίδραση έναντι του καρκίνου του μαστού, με την εξαίρεση της κατανάλωσης φυτοοιστρογόνων σε εφηβική ηλικία ή σε πολύ μεγάλες ποσότητες (16).

Στον αντίποδα αυτών των στοιχείων, επιδημιολογικές μελέτες σε Ασιατικούς πληθυσμούς(17) υποδεικνύουν σαφή προφυλακτική δράση των φυτοοιστρογόνων έναντι καρκινογένεσης στο μαστό, σε ποσοστό έως και 73%. Πάντως το πιο τεκμηριωμένο στοιχείο αναφορικά πάντα με τα φυτοοιστρογόνα και ιδιαίτερα αυτά της σόγιας, είναι ότι προφυλακτική επίδραση στο μαστό, μπορεί να έχει η μεγάλη κατανάλωση σόγιας όταν λαμβάνει χώρα στην παιδική και εφηβική ηλικία.

Τονίζεται δε πως οι μελέτες παρουσιάζουν τα ευεργετικά οφέλη της σόγιας και όχι των μεμονωμένων ισοφλαβονοειδών της , μιας και όταν κάτι τέτοιο επιχειρήθηκε (μελέτες με βάση απομονωμένες ισοφλαβόνες χωρίς πρωτεΐνη σόγιας) τα αποτελέσματα δεν ήταν ενθαρρυντικά (18).

Σημαντικό είναι ακόμα να τονίσουμε ότι αναφερόμαστε πάντα στο θέμα-πρόληψη και ότι τα επιστημονικά δεδομένα19 καταλήγουν στο ότι γυναίκες με καρκίνο του μαστού, πρέπει να είναι ιδιαιτέρως προσεκτικές με τα προϊόντα σόγιας και το συνεπαγόμενο ρίσκο που μπορεί να επιφέρουν τα ενεργά συστατικά της.



Κλείνοντας αξίζει να τονίσουμε ότι οι διαιτητικές συστάσεις για την πρόληψη του καρκίνου του μαστού, πρέπει να αφορούν όχι απλά στην εισαγωγή στο διαιτολόγιο τροφών όπως η σόγια, το μπρόκολο και ο πλούσιος σε ω-3 λιπαρά οξέα και λιγνάνες λιναρόσπορος, αλλά πρωταρχικά στην ένταξη σε ένα διαιτολόγιο με χαμηλά ποσοστά κορεσμένου λίπους (λίπος γαλακτοκομικών και κρεάτων), πλούσιο σε φρούτα και λαχανικά (τουλάχιστο 5 σερβιρίσματα καθημερινά) και βέβαια στην δραστική μείωση της κατανάλωσης του αλκοόλ, παράγοντες που θα πρέπει να συνεισφέρουν συνάμα και στη διατήρηση επιθυμητών επιπέδων βάρους.

Πηγές: 1. Hanausek M, et al. Detoxifying cancer causing agents to prevent cancer. Integr Cancer Ther. 2003 Jun;(2):139-44 2. Abou-Issa H et al. Relative efficacy of d-glucarate on the initiation of promotion phases of rat mammary carcinogenesis. Anticancer Research 1995;15:805-810 3. Kreamer BL et al. A novel inhibitor of beta-glucuronidase: L-aspartic –acid. Pediatr Res. 2001 Oct; 50(4) : 460-6 4. Jackson SJ, Singletary KW. Sulforaphane: a naturally occurring mammary carcinoma mitotic inhibitor, which disrupts tubulin polymerization. Carcinogenesis. 2004 Feb; 25(2):219-27. 5. Zhang J, Svehlikova V, Bao Y, Howie AF, Beckett GJ, Williamson G. Synergy between sulforaphane and selenium in the induction of thioredoxin reductase 1 requires both transcriptional and translational modulation. Carcinogenesis. 2003 Mar; 24(3):497-503. 6. Lee IJ, Han F, Baek J, Hisatsune A, Kim KC. Inhibition of MUC1 expression by indole-3-carbinol. Int J Cancer. 2004 May 10; 109 (6):810-6 Published Online: 3 Feb 2004 7. Keck AS, Finley JW. Cruciferous vegetables: protective mechanisms of glucosinolate hydrolysis products and selenium. Integr Cancer Ther. 2004 Mar; 3 (1): 5-12 8. Alessandra Tavani, Claudio Pelucchi, Maria Parpinel, Eva Negri, Silvia Franceschi, Fabio Levi, Carlo La Vecchia. n-3 polyunsaturated fatty acid intake and cancer risk in Italy and Switzerland (p 113-116). International Journal of Cancer (Volume 105, Issue1,2003) 9. M Gago-Dominguez et al.Opposing effects of dietary n-3 and n-6 fatty acids on mammary carcinogenesis: The Singapore Chinese Health Study. British Journal of Cancer (2003) 89, 1686-1692 10. Gerster H. Can adults adequately convert alpha-linolenic acid (18:3n-3) to eicosapentaenoic acid (20:5n-3) and docosahexaenoic acid (22:6n-3)? In