Η ποιότητα του σκελετού μας καθορίζεται από πολλούς παράγοντες οι οποίοι αλληλεπιδρούν μεταξύ τους. Οι παράγοντες αυτοί είναι η κληρονομικότητα (τα γονίδια), η φυλή, το φύλο, το σωματικό βάρος, οι ορμόνες, η σωματική δραστηριότητα και η διατροφή.

Το μεγαλύτερο μέρος τής μέχρι τώρα έρευνας έχει εντοπιστεί σε μεμονωμένα διατροφικά χαρακτηριστικά, και ειδικά στο ασβέστιο. Εκτός από το ασβέστιο που αποτελεί τον κύριο διατροφικό παράγοντα, επίδραση έχουν και άλλα στοιχεία της διατροφής.

Πρόσφατες μελέτες σε γυναίκες στην εμμηνόπαυση έδειξαν θετική επίδραση στην οστική πυκνότητα του ασβεστίου και της αιθανόλης (οινοπνεύματος) και αρνητική των λιπαρών οξέων. Επίσης, σε γυναίκες πριν από την εμμηνόπαυση, η αυξημένη πρόσληψη φρούτων και λαχανικών φαίνεται ότι συνοδεύεται από αυξημένη οστική πυκνότητα.

Βέβαια, όλες αυτές οι συσχετίσεις δεν μπορούν να έχουν σχέση αιτίου και αποτελέσματος, αλλά δείχνουν ότι υπάρχουν τροφές οι οποίες είναι καλές για την καρδιά και τα οστά. Ένας παράγοντας του οποίου η σημασία, όσον αφορά στην οστική πυκνότητα, συστηματικά υποεκτιμάται είναι το σωματικό βάρος και οι μεταβολές του.

Ενώ το αυξημένο βάρος δυναμώνει τα οστά και μειώνει τον κίνδυνο κατάγματος ταυτόχρονα είναι και παράγοντας κινδύνου για καρδιαγγειακά νοσήματα.

Ο ρόλος του σωματικού βάρους

Το σωματικό βάρος, αυτό καθαυτό, είναι ένας από τους πλέον σημαντικούς παράγοντες που καθορίζουν την οστική πυκνότητα και τον κίνδυνο κατάγματος. Πρόσφατη μεταανάλυση μελετών σε 45.000 άτομα από 9 μεγάλα διαφορετικά κέντρα έδειξε ότι ο κίνδυνος κατάγματος του ισχίου οκταπλασιάζεται όταν συγκρίνουμε ένα σοβαρά παχύσαρκο άτομο με Δείκτη Μάζας Σώματος (βάρος σε kg/ύψος σε m2) 40kg/m2 σε σχέση με ένα αδύνατο άτομο με Δείκτη Μάζας Σώματος 15 kg/m2.

Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι μια παθολογικά αδύνατη γυναίκα με ύψος 1,60 και βάρος 38,5 kg έχει 8 φορές μεγαλύτερο κίνδυνο κατάγματος ισχίου σε σχέση με μια παχύσαρκη γυναίκα με το ίδιο ύψος, η οποία ζυγίζει 102,5 kg. Εξετάζοντας λιγότερο ακραία παραδείγματα, μια γυναίκα με ύψος 1,60 και βάρος 51 kg (Δείκτης Μάζας Σώματος 20 kg/m2) έχει διπλάσιο κίνδυνο κατάγματος σε σχέση με μια γυναίκα με ίδιο ύψος αλλά με βάρος 64 kg, δηλαδή Δείκτη Μάζας Σώματος 25 kg/m2.

Υπάρχουν πολλοί μηχανισμοί που δικαιολογούν αυτά τα ευρήματα. Τα λιποκύτταρα περιέχουν το ένζυμο αρωματάση, το οποίο αυξάνει τα επίπεδα των οιστρογόνων και είναι γνωστό ότι τα οιστρογόνα έχουν ευνοϊκή δράση στο σκελετό. Τα λιποκύτταρα παράγουν επίσης ορισμένες ορμόνες, όπως π.χ. τη λεπτίνη, οι οποίες εκτός από τη δράση τους στη ρύθμιση του σωματικού βάρους έχουν επίδραση, προς το παρόν αντιφατική, και στο σκελετό. Τα οστά ανταποκρίνονται σε μηχανικές φορτίσεις και επομένως τα βαρύτερα άτομα φορτίζουν περισσότερα τα οστά τους.

Τέλος, το αυξημένο λίπος προστατεύει σαν αερόσακος από τα κατάγματα.

Ανεξάρτητα από το σωματικό βάρος, αυτές καθαυτές οι μεταβολές (αύξηση ή μείωση) του βάρους σχετίζονται με την οστική πυκνότητα και τον κίνδυνο κατάγματος.

Σε μια κλασική μεγάλη μελέτη σε 9.500 γυναίκες άνω των 65 ετών, οι αυξομειώσεις από το βάρος που είχαν στην ηλικία των 25 ετών σχετίζονται σημαντικά με τον κίνδυνο κατάγματος.

Αυτές που έχασαν 10% του βάρους τους είχαν επταπλάσιο κίνδυνο κατάγματος σε σχέση με εκείνες που το αύξησαν κατά 50% μέσα σε αυτές τις 4 - 5 δεκαετίες. Αντίστοιχη μελέτη σε παχύσαρκες μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες έδειξε στατιστικά σημαντική σχέση ανάμεσα στην απώλεια του βάρους και τη μείωση της ολικής οστικής πυκνότητας.

Τέλος, σε έναν πληθυσμό υγιών γυναικών ηλικίας 44 έως 50 ετών, οι οποίες ακολούθησαν μια δίαιτα φτωχή σε λιπαρά σε σχέση με την ομάδα ελέγχου, στην οποία δεν έγινε αλλαγή του διαιτολογίου, παρατηρήθηκαν τα εξής: τα άτομα στην ομάδα με τη δίαιτα χαμηλών λιπαρών έχασαν κατά μέσο όρο 3,2 κιλά, ενώ τα άτομα στην ομάδα ελέγχου αύξησαν το βάρος τους κατά 0,4 κιλά.

Όμως, η ετήσια μείωση της οστικής πυκνότητας του ισχίου ήταν διπλάσια στα άτομα που έχασαν βάρος σε σχέση με εκείνα που δεν υποβλήθηκαν σε ειδική δίαιτα.

Ισορροπημένα συστήματα

Όλες αυτές οι μελέτες δείχνουν με σαφήνεια ότι πρέπει να υπάρχει μια ισορροπία ανάμεσα στο καρδιαγγειακό σύστημα και το μυοσκελετικό σύστημα. Η παχυσαρκία και η οστεοπόρωση είναι συχνά και οι δύο σοβαρά και χρόνια νοσήματα, τα οποία έχουν κοινωνικό και ατομικό κόστος και ως επίπτωση την κακή ποιότητα ζωής.

Το 'ιδανικό' σωματικό βάρος πρέπει να είναι συνδυασμός ανάμεσα σε ένα αυξημένο βάρος που είναι ιδανικό για το σκελετό και ένα ελαττωμένο βάρος που είναι ιδανικό για την καρδιά.

Οι οδηγίες διατροφής οι οποίες είναι κατάλληλες για άτομα με παχυσαρκία δεν είναι επαρκείς για αδύνατα άτομα τα οποία έχουν αυξημένο κίνδυνο κατάγματος.

Στην καθημερινή κλινική πράξη πολλές γυναίκες στην εποχή της εμμηνόπαυσης αλλά και νεότερες, ανακαλύπτουν έκπληκτες ότι η υγιεινή διατροφή, χαμηλή σε λιπαρά και πλούσια σε φυτικές ίνες και λαχανικά, δεν τις προστατεύει από την απώλεια της οστικής μάζας.

Για μία ακόμα φορά, επομένως, οι οδηγίες διατροφής πρέπει να είναι εξατομικευμένες, κομμένες και ραμμένες στα μέτρα του κάθε ατόμου.

Ιδιαίτερα για την υγεία των οστών, πρέπει να ληφθούν υπόψη η επίδραση των ημερήσιων θερμίδων της τροφής και των διαφόρων διατροφικών συστατικών, αλλά κυρίως πώς αυτοί οι παράγοντες αλληλεπιδρούν με τις ορμονικές μεταβολές και τη σωματική δραστηριότητα.

Οι σημερινές και οι μελλοντικές έρευνες θα μας βοηθήσουν να πετύχουμε την ιδανική ισορροπία ανάμεσα στην υγεία του καρδιαγγειακού συστήματος και την υγεία των οστών μας.