Σχεδόν το 1/3 των ενηλίκων και το 1/6 των παιδιών είναι παχύσαρκοι στις Ηνωμένες Πολιτείες. Σίγουρα η υπερκατανάλωση θερμίδων και η έλλειψη φυσικής δραστηριότητας αποτελούν τις κύριες αιτίες του φαινομένου αυτού, αλλά πλέον φαίνεται πως υπάρχουν και άλλοι παράγοντες που παίζουν τον δικό τους ιδιαίτερο ρόλο.

Ένας από αυτούς φαίνεται πως είναι και η ζάχαρη με κύριο υπαίτιο συστατικό τη φρουκτόζη.

Η φρουκτόζη είναι γλυκύτερη από τη γλυκόζη ή την επιτραπέζια ζάχαρη, έναν διασακχαρίτη που δομείται από ένα μόριο γλυκόζης και ένα μόριο φρουκτόζης. Αποτελεί το κύριο σάκχαρο των φρούτων, ενώ στα αναψυκτικά και σε άλλα γλυκά χρησιμοποιείται ως συστατικό που δίνει γλυκιά γεύση.

Στα αναψυκτικά η φρουκτόζη απαντάται με τη μορφή σιροπιού από καλαμπόκι με υψηλή περιεκτικότητα σε φρουκτόζη. Το σιρόπι αυτό άρχισε να εμφανίζεται στις Ηνωμένες Πολιτείες γύρω στο 1970 και έκτοτε χρησιμοποιείται ως γλυκαντική ουσία σε αναψυκτικά, χυμούς φρούτων, γλυκίσματα και άλλα επεξεργασμένα τρόφιμα.

Η κατανάλωση της γνωστής σε όλους ζάχαρης σε συνδυασμό με τα τρόφιμα που περιέχουν σιρόπι από καλαμπόκι με υψηλή περιεκτικότητα σε φρουκτόζη, έχουν αυξήσει κατά 30% την κατανάλωση γλυκαντικών ουσιών τα τελευταία 40 χρόνια, κυρίως μέσω της κατανάλωσης αναψυκτικών.

Υπολογίζεται πως ένας μέσος άνθρωπος καταναλώνει περί τα 68 κιλά γλυκαντικών ουσιών το χρόνο, γεγονός το οποίο μεταφράζεται σε μια ημερήσια κατανάλωση θερμίδων αυξημένη κατά 500 θερμίδες.

Η εισαγωγή της ζάχαρης (συστατικό της οποίας αποτελεί η φρουκτόζη) στην καθημερινή διατροφή είναι σχετικά πρόσφατο φαινόμενο. Πριν τη ζάχαρη, οι άνθρωποι χρησιμοποιούσαν το μέλι ως γλυκαντική ουσία, ενώ η κύρια πηγή υδατανθράκων ήταν το άμυλο του ρυζιού, του κριθαριού, του σιταριού και της βρώμης.

Επειδή όμως η παραγωγή μελιού δεν ήταν μαζική, οι περισσότεροι δεν έκαναν χρήση γλυκαντικών ουσιών.

Η πρόσληψη φρουκτόζης μέσω της δίαιτας έχει αυξηθεί από το 1970 έως το 2000, ενώ πριν την μαζική παραγωγή ζάχαρης μόνο συγκεκριμένες διατροφικές επιλογές περιείχαν φρουκτόζη, όπως κάποια φρούτα (π.χ μήλα, σταφύλια), το μέλι, οι σταφίδες, οι χουρμάδες, τα σύκα, τα βατόμουρα.

Η υψηλή κατανάλωση αναψυκτικών στις μέρες μας έχει συμβάλλει στη μεγάλη έκθεση του οργανισμού μας σε φρουκτόζη.

Ενώ το 1942 η κατανάλωση αναψυκτικών ήταν κατά προσέγγιση 2 μερίδες/εβδομάδα, το 2000 το νούμερο έφθασε να είναι 2 μερίδες/ημέρα. Ιδιαίτερα τα παιδιά προσχολικής ηλικίας, που παλαιότερα δεν παρουσίαζαν έκθεση στη φρουκτόζη, τώρα πίνουν οπωσδήποτε κάποιο αναψυκτικό με προστιθέμενο σάκχαρο.

Η αυξημένη κατανάλωση αναψυκτικών έχει συσχετισθεί με την παχυσαρκία, την υπέρταση και τον διαβήτη, ενώ η κατανάλωση φρουτοχυμών με παχυσαρκία στα παιδιά.

Η φρουκτόζη μεταβολίζεται με διαφορετικό τρόπο από τη γλυκόζη, γι’ αυτό και έχει διαφορετικές επιδράσεις. Η φρουκτόζη, αφού μεταβολιστεί, παρέχει την πρώτη ύλη για τη δημιουργία των τριγλυκεριδίων. Έτσι, δεν είναι τυχαίο το εύρημα μελετών σε παιδιά που ανίχνευσαν υψηλά επίπεδα λιπιδίων (τριγλυκερίδια, 'κακή χοληστερίνη') μετά από την κατανάλωση διαιτών με υψηλό περιεχόμενο σε φρουκτόζη.

Τέτοιες δίαιτες παρέχουν καθημερινά περίπου 400 - 800 θερμίδες μόνο από τη φρουκτόζη. Επίσης έχει βρεθεί από άλλες μελέτες πως μια δίαιτα πλούσια σε φρουκτόζη μικραίνει το μέγεθος το σωματιδίων που περιέχουν την 'κακή χοληστερίνη', κάνοντάς τα έτσι πιο διαπεραστικά και πιο αθηρογόνα.

Τέλος, υπάρχουν και μελέτες που συνδέουν το μεταβολισμό της φρουκτόζης με αυξημένα επίπεδα ουρικού οξέος. Για την ακρίβεια έχει φανεί πως η φρουκτόζη είναι το μόνο σάκχαρο του οποίου η υπερβολική κατανάλωση αυξάνει το ουρικό οξύ.

Από πολλές σύγχρονες μελέτες έχει φανεί πως τα αυξημένα επίπεδα ουρικού οξέος αποτελούν ανεξάρτητο παράγοντα κινδύνου μεταβολικού συνδρόμου, παχυσαρκίας, υπέρτασης, νεφρικής νόσου ακόμα και καρδιοπάθειας. Οι μελέτες αυτές εμπλέκουν έτσι τη φρουκτόζη στη γνωστή σχέση μεταξύ αυξημένου ουρικού οξέος και καρδιοπαθειών.

Φαίνεται λοιπόν πως τα σάκχαρα, όπως η γνωστή μας ζάχαρη, που περιέζουν φρουκτόζη διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη παχυσαρκίας, υπέρτασης και μεταβολικού συνδρόμου. Έτσι, αν και χρειάζεται περισσότερη έρευνα για να επαληθευθούν οι παραπάνω ισχυρισμοί, ίσως θα πρέπει να επανεξεταστεί μια πιθανή υπερκατανάλωση αναψυκτικών, ζάχαρης, προπαρασκευασμένων γλυκισμάτων και επεξεργασμένων τροφίμων από τον γενικότερο πληθυσμό.