Σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα επιστημονικά δεδομένα, χαμηλά επίπεδα βιταμίνης D και αυξημένες εκκρίσεις ορμονών από τον παραθυρεοειδή αδένα, αυξάνουν τον κίνδυνο εμφάνισης κατάθλιψης σε ηλικιωμένα άτομα. Ο συσχετισμός μεταξύ χαμηλών επιπέδων βιταμίνης D και εμφάνισης ψυχιατρικών διαταραχών υπήρξε αντικείμενο μελέτης πολλών προγενέστερων μελετών εδώ και πολλά έτη και τα νέα επιστημονικά δεδομένα επιβεβαιώνουν ουσιαστικά αυτή την πρόταση.

Τα επίπεδα ορμονών του παραθυρεοειδούς αδένα φαίνεται να είναι 5% υψηλότερα σε άτομα με ήπια κατάθλιψη και κατά 33% υψηλότερα σε άτομα με βαριά κατάθλιψη. Επιλέον, τα ηλικιωμένα άτομα που πάσχουν από κατάθλιψη έχουν κατά μέσο όρο 14% χαμηλότερα επίπεδα βιταμίνης D σε σύγκριση με υγιή ηλικιωμένα άτομα.

Οι αιτίες εμφάνισης έλλειψης βιταμίνης D είναι κυρίως η μειωμένη έκθεση στην ηλιακή ακτινοβολία (μειωμένη δραστηριότητα εκτός σπιτιού, χρησιμοποίηση ρούχων που δεν επιτρέπουν έκθεση στον ήλιο) αλλά και η μειωμένη πρόσληψη βιταμίνης μέσω της διατροφής.

Οι αιτίες αυτές μπορεί βεβαίως να ακολουθούν την κατάθλιψη, ωστόσο φαίνεται ότι μάλλον η κατάθλιψη προκαλείται καταρχήν από την έλλειψη βιταμίνης D και από τις μη φυσιολογικές εκκρίσεις των ορμονών του παραθυρεοειδούς αδένα.

Επιπλέον, φαίνεται ότι η χαμηλή διαθεσιμότητα βιταμίνης D στον ανθρώπινο οργανισμό οδηγεί σε μειωμένες εκκρίσεις παραθυρεοειδικών ορμονών.

Τόσο η έλλειψη βιταμίνης D όσο και οι αυξημένες εκκρίσεις από τον παραθυρεοειδή αδένα μπορούν να αναστραφούν με χορήγηση συμπληρώματος βιταμίνης D και ασβεστίου, καθώς και με αύξηση της έκθεσης στην ηλιακή ακτινοβολία.

Παρότι υπάρχει αναγκαιότητα για περαιτέρω διερεύνηση της σχέσης μεταξύ της εμφάνισης κατάθλιψης και των επιπέδων βιταμίνης D, φαίνεται ότι σε άτομα τρίτης ηλικίας, η πρόσληψη συμπληρώματος βιταμίνης D και ασβεστίου μπορεί να βοηθήσει στην αντιμετώπιση της κατάθλιψης.