Οι τροφικές αλλεργίες επηρεάζουν κατά προσέγγιση το 6% με 8% των παιδιών με ηλικία μικρότερη των 2 ετών και το 2% των ενηλίκων. Οι ενδείξεις που προειδοποιούν για πιθανή τροφική αλλεργία είναι μια ανεπιθύμητη και δυσάρεστη αντίδραση σε κάποιο τρόφιμο που καταναλώθηκε.

Ο διαχωρισμός ανάμεσα στις τροφικές αλλεργίες και στην τροφική δυσανεξία σε συγκεκριμένα τρόφιμα υφίσταται και πρέπει να γίνει κατανοητός.

Με τον όρο ‘τροφική αλλεργία’ νοείται μια μη αναμενόμενη αντίδραση του οργανισμού έναντι σε τρόφιμο που καταναλώθηκε. Είναι ιδιαίτερα σημαντικό να διευκρινιστεί πως η αντίδραση αυτή ενεργοποιείται από το ανοσοποιητικό σύστημα του οργανισμού.

Οι αντιδράσεις αυτές μπορούν να σηματοδοτήσουν την έναρξη σοβαρών ασθενειών και σε ορισμένες περιπτώσεις τον θάνατο. Είναι λοιπόν μέγιστης σημασίας να προσδιοριστούν οι τροφές εκείνες που προκαλούν την αλλεργική αντίδραση με τη βοήθεια του ‘ειδικού’.

Η δυσανεξία σε κάποια τροφή αποτελεί μια διαφορετική αντίδραση του οργανισμού αλλά σίγουρα δεν πρέπει να συγχέεται με τις αλλεργικές αντιδράσεις. Η δυσανοχή σε τρόφιμο είναι πιο συχνή από τις τροφικές αλλεργίες αλλά στην περίπτωση αυτή δεν ενεργοποιείται το ανοσοποιητικό σύστημα του οργανισμού παρά το γεγονός ότι τα συμπτώματα είναι πιθανό να προσομοιάζουν με αυτά της τροφικής αλλεργίας.

Μια ενδιάμεση αλλεργική αντίδραση ουσιαστικά περιλαμβάνει 2 στάδια ενεργοποίησης του ανοσοποιητικού συστήματος:

  • Παραγωγή ανοσοσφαιρινών τύπου Ε (IgE), πρωτεϊνών δηλαδή που δρουν ενάντια στο τρόφιμο που καταναλώθηκε. Η πρωτεΐνη αυτή ουσιαστικά αποτελεί τροφοεξειδικευμένο αντίσωμα του οργανισμού το οποίο και περνά στην κυκλοφορία του αίματος.
  • Η εξειδικευμένη ανοσοσφαιρίνη Ε συνδέεται στα μαστοκύτταρα, έναν τύπο κυττάρων που υπάρχουν σε όλους τους ιστούς του οργανισμού. Τα μαστοκύτταρα απαντώνται κυρίως σε περιοχές του σώματος που αποτελούν τυπικές θέσεις εκδήλωσης αλλεργικών αντιδράσεων, όπως ο λαιμός, η μύτη, το δέρμα, οι πνεύμονες και ο γαστρεντερικός σωλήνας. Στη συνέχεια, τα κύτταρα αυτά εκκρίνουν την ουσία ισταμίνη η οποία και προκαλεί τα συμπτώματα της αλλεργίας.

Όλες αυτές οι διαδικασίες ενεργοποιούνται όχι από ολόκληρο το τρόφιμο αλλά από συγκεκριμένες πρωτεΐνες του τροφίμου οι οποίες και καλούνται αλλεργιογόνα. Οι πιθανότητες να αναπτύξει κάποιος τροφική αλλεργία είναι περισσότερες αν έχει 2 αλλεργικούς γονείς συγκριτικά με κάποιον που έχει 1 αλλεργικό γονέα.

Τα συμπτώματα ποικίλουν από μια απλή φαγούρα στη στοματική κοιλότητα μέχρι έμετο, διάρροια, ή κοιλιακό άλγος, πτώση της αρτηριακής πίεσης, έκζεμα ή ακόμα και άσθμα.

Η τροφική αλλεργία έναντι συγκεκριμένου τροφίμου μπορεί να σημαίνει πως υπάρχει ταυτόχρονη αλλεργία στα τρόφιμα που ανήκουν στην ίδια ομάδα τροφίμων με το τρόφιμο αναφοράς π.χ. θαλασσινά. Στους ενήλικες τα πιο ‘ύποπτα’ τρόφιμα για πρόκληση τροφικής αλλεργίας είναι τα αβγά, τα ψάρια, τα οστρακόδερμα, τα φιστίκια και οι ξηροί καρποί.

Τα παιδιά αποτελούν ιδιαίτερη κατηγορία στην οποία τα ‘ύποπτα’ τρόφιμα είναι το γάλα, τα αβγά και τα φιστίκια. Ιδιαίτερα τα τελευταία ευθύνονται για μια θανατηφόρο τροφική αλλεργική αντίδραση η οποία καλείται αναφυλαξία.

Οι ενήλικες παρουσιάζουν την τάση να διατηρούν τις προϋπάρχουσες τροφικές αλλεργίες, ενώ τα παιδιά εμφανίζουν την τάση να επεκτείνουν τις τροφικές αλλεργίες σε καινούρια τρόφιμα. Τα τρόφιμα έναντι των οποίων εμφανίζονται τροφικές αλλεργίες είναι αυτά που συνήθως καταναλώνονται πιο συχνά.

Η τροφική δυσανεξία αποτελεί μια ομάδα διαφορετικών αντιδράσεων του οργανισμού και συνήθως εμφανίζονται όταν τα τρόφιμα που καταναλώνονται περιέχουν μικρόβια, όπως βακτήρια, ή ουσίες που παράγουν τα βακτήρια όπως τοξίνες.

Στην ίδια κατηγορία αντιδράσεων ανήκουν και αυτές που προκαλούνται από την ισταμίνη που περιέχεται σε ορισμένα τρόφιμα. Η δυσανοχή στη λακτόζη ή στη γλουτένη αποτελεί ακόμη ένα είδος τροφικής δυσανεξίας αλλά όχι τροφικής αλλεργίας.

Το γλουταμινικό μονονάτριο αποτελεί ενισχυτικό γεύσης που και αυτό με τη σειρά του μπορεί να προκαλέσει τροφική δυσανεξία. Τα θειώδη αποτελούν άλλη μια κατηγορία πρόσθετων των τροφίμων που μπορούν να προκαλέσουν τροφική δυσανεξία και να επιβαρύνουν το άσθμα.

Οι διάφορες μελέτες έχουν αναδείξει μέχρι και ψυχολογικές αιτίες πρόκλησης των συγκεκριμένων αντιδράσεων.

Η αντιμετώπιση των τροφικών αλλεργιών οφείλει πρώτα να έχει αποκλείσει την περίπτωση της τροφικής δυσανεξίας. Η λήψη λεπτομερούς ιστορικού του ασθενούς μπορεί να συμβάλλει τα μέγιστα προς αυτή την κατεύθυνση. Πολλές φορές ίσως χρειαστεί και ο ίδιος ο ασθενής να κατευθυνθεί προς την τήρηση διατροφικού ημερολόγιου.

Το επόμενο βήμα περιλαμβάνει δίαιτες αποκλεισμού των ύποπτων τροφίμων, καθώς και πιθανά δερματικά τεστ ή εξειδικευμένες εξετάσεις αίματος. Η τελική δοκιμασία αποτελείται από τη διπλή τυφλή τροφική πρόκληση η οποία αποτελεί και τη μέθοδο αναφοράς στις τροφικές αλλεργίες.

Οι τροφικές αλλεργίες δεν θα πρέπει σε καμιά περίπτωση να αγνοούνται ή να αντιμετωπίζονται με προχειρότητα. Ιδιαίτερα στην περίπτωση των παιδιών οι καταστάσεις αυτές και ο τρόπος χειρισμού τους μπορεί να καθορίσουν το αν το παιδί στο μέλλον θα εξελιχθεί σε αλλεργικό ενήλικα.

Με τη συμβολή λοιπόν του ειδικού ή της εξειδικευμένης ομάδας ο καθένας μπορεί έγκαιρα και αξιόπιστα να ταυτοποιήσει και κυρίως να προλάβει τέτοιου είδους ανεπιθύμητες καταστάσεις.