Η πρόσληψη της τροφής αποτελεί μια βιολογικά σημαντική και πολύπλοκη συμπεριφορά η ρύθμιση της οποίας επηρεάζεται από ενδογενείς και εξωγενείς παράγοντες. Στην ενδογενή ρύθμιση συμμετέχουν περιφερικά όργανα όπως το στομάχι, το πάγκρεας, ο εντερικός σωλήνας, ο λιπώδης ιστός, τα επινεφρίδια και οι αντίστοιχες εκκρίσεις τους.

Την εξωγενή ρύθμιση επηρεάζουν τα συναισθήματα, ο τρόπος ζωής, τα χαρακτηριστικά των τροφών, οι συνήθειες και η παράδοση.

Σημαντικό ρόλο στη ρύθμιση της πρόσληψης τροφής μέσω της δημιουργίας αισθήματος πείνας ή κορεσμού παίζουν τα πεπτίδια που εκκρίνονται κυρίως από νευρικές ίνες και πυρήνες του υποθαλάμου του εγκεφάλου αλλά και από το γαστρεντερικό σωλήνα και το λιπώδη ιστό.

Μεταλλάξεις σε συγκεκριμένα γονίδια που καθορίζουν την έκκριση των παραπάνω νευροπεπτιδίων και ορμονών έχουν συσχετισθεί με διαταραχές της πρόσληψης τροφής και παχυσαρκία αποδεικνύοντας έτσι τη συσχέτιση που μπορεί να υπάρχει μεταξύ της γονιδιακής σύστασης και ακεραιότητας ενός ατόμου και της παχυσαρκίας.

Έτσι πριν 10 χρόνια ανακαλύφθηκε μία οικογένεια με συγγενή έλλειψη λεπτίνης, μιας ορμόνης που η μείωσή της αυξάνει την όρεξη. Μεγάλες γενετικές μελέτες έχουν δείξει έναν αριθμό χρωμοσωμάτων που συνδέονται με τη πρόσληψη τροφής όπως το 20 (πρόσληψη ενέργειας), το 2 (με πρόσληψη κορεσμένων λιπαρών οξέων), τα 3 και 6 (με συγκράτηση της πρόσληψης τροφής), το 7 και 16 (με μείωση της αναστολής πρόσληψης τροφής), το 3 (πείνα), το 15 (πείνα αλλά και μείωση της αναστολής).

Δυστυχώς παρά τα μεμονωμένα περιστατικά παχυσαρκίας που οφείλονται σε συγκεκριμένες γονιδιακές διαταραχές, το γενετικό υπόστρωμα που μπορεί να προκαλέσει διαταραχές της πρόσληψης τροφής και παχυσαρκία δεν έχει προσδιορισθεί.

Υπάρχουν όμως σαφείς ενδείξεις ότι κακές διατροφικές συνήθειες που οδηγούν σε παχυσαρκία, όπως η υπερφαγία, η κατανάλωση λιπών, το φαγητό χωρίς αίσθημα πείνας, είναι κληρονομικές.