Η κατανάλωση τροφής, στοχεύει στην πρόσληψη των απαραίτητων θρεπτικών συστατικών τα οποία μεταφέρονται στο αίμα, στα όργανα και στους ιστούς όπου χρησιμοποιούνται για να παράγουν ενέργεια ή για την σύνθεση διαφόρων μορίων. Πολλές από αυτές τις ενζυματικές αντιδράσεις που φέρουν σε πέρας τις μεταβολικές επεξεργασίες απαιτούν βιταμίνες ή μεταλλικά στοιχεία.

Μία θρεπτική ουσία θεωρείται απαραίτητη αν η στέρησή της, επιφέρει αναγνωρίσιμα συμπτώματα που εξαφανίζονται όταν η στέρηση εκλείψει. Έχουν καθορισθεί ως απαραίτητες θρεπτικές ουσίες οι πρωτεΐνες (αμινοξέα), οι υδατάνθρακες, τα λίπη, οι βιταμίνες , τα μέταλλα, τα ιχνοστοιχεία, το νερό και οι ηλεκτρολύτες.

'Τα λίπη, οι υδατάνθρακες και οι πρωτεΐνες είναι οι βασικές πηγές ενέργειας για τον ανθρώπινο οργανισμό, ωστόσο με την έλλειψη των υπολοίπων θρεπτικών συστατικών που αναφέρθηκαν παρατηρούνται διαφοροποιήσεις στις μεταβολικές διεργασίες και διαταραχή της λειτουργίας του οργανισμού.

Για την σωστή λειτουργία του οργανισμού θεωρείται απαραίτητη η πρόσληψη όλων των θρεπτικών συστατικών σε καθορισμένες ποσότητες και αναλογίες για κάθε άτομο. Ποσότητα που εξαρτάται από το φύλο την ηλικία την σωματική δραστηριότητα κα.

Σε γενικές γραμμές είναι απαραίτητη η πρόσληψη υδατανθράκων σε ποσοστό 55-60%, πρωτεϊνών 15-20%, και λίπους 30% των ημερήσιων προσλαμβανόμενων θερμίδων από την δίαιτα.

Λόγω της υψηλής διασύνδεσης των μεταβολικών αντιδράσεων η πρόσληψη τροφής μπορεί να ποικίλει. Ανεξάρτητα από την προέλευσή τους όλα τα τρόφιμα μετατρέπονται σε κοινούς ενδιάμεσους μεταβολίτες. Οι μοριακές αλληλομετατροπές επιτρέπουν στα αμινοξέα να μεταβολίζονται σε υπόστρωμα για την σύνθεση γλυκόζης ή λιπαρών οξέων. Για παράδειγμα, στην διάρκεια περιόδων νηστείας τα αμινοξέα, η γλυκερίνη, και το γαλακτικό άλας γίνονται όλα υποστρώματα για την βιοσύνθεση γλυκόζης και η γλυκόζη μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την κατασκευή λιπαρών οξέων και τμημάτων των μορίων των αμινοξέων. Η μοναδική εξαίρεση σε αυτή την δυνατότητα αμφίδρομης μετατροπής παρατηρείται στον μεταβολισμό των λιπαρών οξέων. Η διάσπαση των λιπαρών οξέων αποδίδει εν μέρει ενέργεια. Οπότε μια δίαιτα αποκλειστική σε λίπος αδυνατεί να καλύψει τις ενεργειακές ανάγκες ενός ατόμου και δεν συμβάλλει στην αντιμετώπιση της παχυσαρκίας (υπερβολική συσσώρευση λίπους στον οργανισμό).

Η ενέργεια που απαιτείται για την διατήρηση των βασικών φυσιολογικών δραστηριοτήτων (π.χ. αναπνοή, νεφρική και εγκεφαλική λειτουργία, θερμοκρασία σώματος) αποτελεί τον βασικό μεταβολισμό του ατόμου.

Αμέσως μετά την λήψη τροφής παρατηρείται αύξηση της κατανάλωσης ενέργειας (μπορεί να αποδοθεί στην γαστρική έκκριση, την πρωτεϊνική σύνθεση κα μεταβολικές διεργασίες που λαμβάνουν χώρα). Αν και η κατανάλωση ενέργειας μπορεί να αυξηθεί μέχρι και 30% πάνω από τον βασικό μεταβολισμό μετά το φαγητό, σε διάστημα 24 ωρών ανέρχεται μόλις στο 5-10% το πολύ της συνολικής κατανάλωσης ενέργειας και η επίδραση στο ισοζύγιο ενέργειας είναι συνήθως αμελητέα.

Πηγές: Περισσότερες πληροφορίες για τις αλληλεπιδράσεις των μεταβολικών οδών μπορείτε να βρείτε: ADVANCED NUTRITION AND HUMAN METABOLISM, 2nd EDITION JAMES GROFF SAREENS GROPPER SARA HUNT