Το EUFIC έχει κάνει μία μεγάλη έρευνα σχετικά με τη συμπεριφορά, την κατανόηση και τη χρήση των πληροφοριών που αναγράφονται στις ετικέτες των τροφίμων. Τα συνολικά αποτελέσματα της έρευνας, η οποία τρέχει παράλληλα σε Ηνωμένο Βασίλειο, Σουηδία, Γαλλία, Πολωνία, Ουγγαρία και Γερμανία, θα δημοσιευτούν τον προσεχή Νοέμβριο.

Ωστόσο, μέσα στο Σεπτέμβριο ανακοινώθηκαν με ζωντανή διαδικτυακή μετάδοση από το EUFIC τα πρώτα αποτελέσματα που προέρχονταν από τους Βρετανούς καταναλωτές.

Η παρουσίαση έγινε από την Dr Josephine Wills, Γενική Διευθύντρια του EUFIC και τον ειδικό σε μελέτες με καταναλωτές, Professor Klaus G. Grunert (Director of MAPP - Centre for Research on Customer Relations in the Food Sector, Aarhus School of Business, Denmark).



Στόχος της έρευνας ήταν να διευκρινήσει το επίπεδο γνώσης και κατανόησης των καταναλωτών σε θέματα διατροφής καθώς επίσης και τη χρήση των ετικετών που βρίσκονται στο μπροστινό μέρος της συσκευασίας. Τα άτομα που συμμετείχαν στην έρευνα κλήθηκαν να απαντήσουν σε κάποιες ερωτήσεις (μίνι συνέντευξη) κατά τη διάρκεια της παρουσίας τους στο κατάστημα.

Από τα άτομα αυτά ζητήθηκε επίσης να συμπληρώσουν και ένα ερωτηματολόγιο στο σπίτι.

Οι περισσότεροι Βρετανοί καταναλωτές γνωρίζουν τις οδηγίες για την Ενδεικτική Ημερήσια Πρόσληψη (Guideline Daily Amounts – GDAs) και τη 'σήμανση των φαναριών' (traffic lights system), αλλά μόνο ένας στους τέσσερις πραγματικά διαβάζει τις πληροφορίες για τα θρεπτικά συστατικά, σύμφωνα με την έρευνα.

Στην Αγγλία, το Food Standards Agency (FSA) υποστηρίζει το σύστημα 'των φαναριών', το οποίο είναι βασισμένο σε ένα πρότυπο κατηγοριοποίησης των θρεπτικών συστατικών και χρησιμοποιεί το κόκκινο, το πορτοκαλί και το πράσινο χρώμα για να σημάνει τα τρόφιμα με υψηλά ή χαμηλά αντίστοιχα επίπεδα ανεπιθύμητων συστατικών όπως είναι το αλάτι και το κορεσμένο λίπος.

Εν τω μεταξύ, η Συνομοσπονδία των Βιομηχανιών Τροφίμων και Ποτών της ΕΕ (CIAA) ανέπτυξε το σύστημα των GDAs που παραθέτει τις ποσότητες του λίπους, του αλατιού και των σακχάρων που βρίσκονται σε ένα προϊόν ως ποσοστό της Ενδεικτικής Ημερήσιας Πρόσληψης.

Το σύστημα των GDAs εντάσσεται στην καλούμενη 'αυτορύθμιση' ('self-regulation') που επιδεικνύει η Βιομηχανία, της οποίας η αποτελεσματικότητα θα αξιολογηθεί στο προσεχές μέλλον από την Ευρωπαϊκή Επιτοπή.

Το σχήμα με τη 'σήμανση των φαναριών' (traffic lights system), 'κατευθύνει' τους καταναλωτές στο να πάρουν ή να μην πάρουν ένα τρόφιμο. Αντίθετα, το σχήμα των GDAs (Ενδεικτική Ημερήσια Πρόσληψη) είναι πιο αντικειμενικό, καθώς αναφέρει την περιεκτικότητα σε θερμίδες και λοιπά συστατικά ανά μερίδα προϊόντος.

Έτσι, ο καταναλωτής μπορεί να επιλέξει σύμφωνα με τις δικές του ανάγκες, το προϊόν που επιθυμεί και μπορεί να εντάξει στο διαιτολόγιό του. Σαφέστατα, το δεύτερο σχήμα προϋποθέτει ένα σχετικά καλό επίπεδο γνώσης σε βασικές γνώσεις διατροφής και διατροφικούς όρους.

Στην Ελλάδα, φαίνεται ότι ολοένα και περισσότερες εταιρίες προχωρούν στο διατροφικό σχήμα με τα GDAs. Στο προσεχές μέλλον, θα πρέπει να διεξαχθούν αντίστοιχες έρευνες για να διαπιστωθεί κατά πόσο οι Έλληνες καταναλωτές αντιλαμβάνονται την έννοια αυτή και κατά πόσο χρειάζεται να εισαχθεί κάποιο άλλο σχήμα διαθρεπτικής επισήμανσης.

Τα αποτελέσματα της έρευνας

Οι ερευνητές ανέφεραν ότι τόσο οι ετικέτες GDAs όσο και η σήμανση 'των φαναριών' κατέχουν υψηλό ποσοστό αναγνώρισης από τους καταναλωτές, με 79% των ερωτηθέντων να δηλώνουν ότι έχουν ακούσει και για τα δύο σχέδια. Αναφορικά με τη 'σήμανση των φαναριών', 73% των ερωτηθέντων πίστευαν λανθασμένα ότι το κόκκινο χρώμα είναι ένδειξη αποφυγής και όχι περιστασιακής κατανάλωσης, ενώ το 89% θεωρεί τα GDAs τη μέγιστη ημερήσια πρόσληψη ενός συστατικού και όχι την ενδεικτική.

Οι γυναίκες φαίνεται να αναζητούν σε μεγαλύτερο ποσοστό τις διατροφικές πληροφορίες συγκριτικά με τους άνδρες. Αναζητούν σε μεγαλύτερο ποσοστό πληροφορίες σε προϊόντα, όπως το γιαούρτι και τα δημητριακά πρωινού. Το χρονικό διάστημα που χρειάστηκαν οι καταναλωτές για να εξετάσουν τις ετικέτες διέφερε ανάλογα με την κατηγορία τροφίμων.

Ο μέσος χρόνος που απαιτούταν για να ληφθεί η απόφαση της αγοράς ενός τροφίμου ήταν 25 δευτερόλεπτα, με τον μεγαλύτερο χρόνο να αναλώνεται στην απόφαση αγοράς έτοιμων γευμάτων και ο λιγότερος για την αγορά αναψυκτικών. Σε γενικές γραμμές, φαίνεται ότι οι Βρετανοί καταναλωτές έχουν ένα σχετικά καλό επίπεδο ανάγνωσης της ετικέτας των τροφίμων.

Ωστόσο, φαίνεται ότι δεν κατανοούν πλήρως τη διαφορά ανάμεσα στους διάφορους τύπους λίπους.

Προς το παρόν, αναμένονται τα αποτελέσματα και από τις υπόλοιπες χώρες, έτσι ώστε να εξαχθεί ένα πιο ολοκληρωμένο συμπέρασμα σε ευρωπαϊκό επίπεδο.


Επιμέλεια: Ελίνα Ιωάννου, MSc, SRD

Πηγές: www.nutrimed.gr