Μέσα από εκατοντάδες επιστημονικές έρευνες και μη εύστοχη ίσως επικοινωνιακή τακτική, έχει περάσει στο κοινό η άποψη πως οποιδήποτε τρόφιμο περιέχει λιπαρά είναι δυνητικά επιβλαβές για τον ανθρώπινο οργανισμό. Μάταια προσπαθούν οι διαιτολόγοι να διευκρινίσουν πως δεν είναι όλα τα είδη των λιπών βλαβερά και πως τα λιπίδια αποτελούν μια μεγάλη κατηγορία ενώσεων με πολλές υποκατηγορίες.

Έτσι, η χοληστερόλη ανήκει σε διαφορετική κατηγορία λιπαρών από τα τριγλυκερίδια, ενώ τα μονοακόρεστα λιπαρά οξέα διαφέρουν από τα πολυακόρεστα, τα κορεσμένα και τα τρανς λιπαρά οξέα ως προς το λειτουργικό τους αποτέλεσμα στα λιπίδια του αίματος.

Μια άλλη ειδοποιός διαφορά των λιπών εντοπίζεται ως προς την πηγή προέλευσής τους. Υπάρχουν λοιπόν τα λιπαρά που ο οργανισμός λαμβάνει μέσω της τροφής αλλά και αυτά που συνθέτει αφού πρώτα έχει διασπάσει αυτά που έλαβε από τα τρόφιμα που κατανάλωσε.

Αυτό συμβαίνει επειδή ακριβώς ο οργανισμός πρέπει να μετατρέψει τα θρεπτικά συστατικά που λαμβάνει με την τροφή σε ουσίες που έχουν τέτοια δομή ώστε να είναι αφομοιόσημες και αξιοποιήσιμες από το σώμα. Έτσι, μπορεί να λαμβάνουμε λιπαρές ουσίες από τις τροφές, αλλά αυτές πρέπει πρώτα να διασπαστούν και να μετατραπούν σε λιπαρές ουσίες που μπορεί να χρησιμοποιήσει ο οργανισμός.

Επιπρόσθετα, μέσα από αυτές τις διαδικασίες διάσπασης (καταβολισμός) και επανασύνθεσης (αναβολισμός) παράγεται η απαραίτητη ενέργεια που χρειάζεται το σώμα μας για να επιτελέσει τις διάφορες ζωτικές λειτουργίες.

Με τα μέχρι τώρα υπάρχοντα δεδομένα, τα κορεσμένα και τα τρανς λιπαρά από τη διατροφή είναι βλαβερά για τον οργανισμό, αφού τα πρώτα αυξάνουν την ολική και την ‘κακή’ χοληστερίνη, ενώ τα δεύτερα επιπλέον ελαττώνουν την ‘καλή’ χοληστερίνη.

Τα μονοακόρεστα λιπαρά οξέα από την άλλη πλευρά, μειώνουν τα τριγλυκερίδια και αυξάνουν την ‘καλή’ χοληστερίνη. Τα πολυακόρεστα λιπαρά οξέα (ω-3 και ω-6) όταν αντικαταστήσουν τα κορεσμένα λιπαρά οξέα της δίαιτας μπορούν να μειώσουν τα τριγλυκερίδια και τη χοληστερόλη του αίματος.

Από πολύ πρόσφατη έρευνα όμως που διενήργησε ο Hotamisligil και οι συνεργάτες του προέκυψε το εξής ενδιαφέρον συμπέρασμα: ‘τελικά ίσως το λίπος που παράγει το ίδιο το σώμα από το ήδη υπάρχον και αποθηκευμένο λίπος να είναι ευεργετικό για τον οργανισμό’.

Η έρευνα δημοσιεύθηκε στην έγκριτη επιστημονική επιθεώρηση ‘Cell’ και εστίασε σε ένα συγκεκριμένο λιπαρό οξύ, το παλμιτελαϊκό. Αυτό το λιπαρό οξύ συντίθεται στον οργανισμό μέσω μιας διαδικασίας κατά την οποία ο οργανισμός παράγει λίπος από το λίπος του σώματός του.

Η διαδικασία ονομάζεται de novo σύνθεση λιπαρών. Σε αντίθεση με τα άλλα λιπαρά οξέα που χρησιμεύουν για την παραγωγή ενέργειας, το παλμιτελαϊκό οξύ δρα σαν ορμόνη μέσα στον οργανισμό και έχει ευεργετικά αποτελέσματα, καθώς π.χ διευκολύνει τη δράση της ινσουλίνης.

Ο Hotamisligil και η ομάδα του μελέτησαν ποντίκια τα οποία έφεραν δύο γενετικές μεταλλάξεις που τα προστάτευαν έναντι του σακχαρώδους διαβήτη και της παχυσαρκίας που οφείλεται στην υπερβολική λήψη τροφής. Εκείνο που κατάφερε να ανακαλύψει είναι το μηχανισμό με τον οποίο οι μεταλλάξεις αυτές προστάτευαν από τις ασθένειες.

Τα ποντίκια αυτά είχαν ένα λιπιδαιμικό προφίλ πλούσιο σε παλμιτελαϊκό οξύ που δε μπορούσε να εξηγηθεί από τη διατροφή, καθώς αυτή συνήθως περιέχει πολύ μικρές ποσότητες σε παλμιτελαϊκό οξύ. Το τελευταίο βοηθούσε τη γλυκόζη να περνά μέσα στους μυς των ποντικιών και επίσης εμπόδιζε το συκώτι να παράγει περιττό λίπος, προστατεύοντάς το έτσι από τη γνωστή σε όλους λιπώδη διήθηση.

Ένα νέο λιπαρό οξύ φαίνεται να ανακαλύπτεται λοιπόν, με πολλές πιθανές ρυθμιστικές δράσεις σε ολόκληρο το μεταβολισμό του ανθρώπου. Απομένει να γίνουν παραπέρα έρευνες για να διευκρινιστεί πλήρως ο ρόλος του παλμιτελαϊκού οξέος και ίσως πλέον να καθοδηγηθεί από τον άνθρωπο η παραγωγή του προς όφελος ασθενειών όπως η παχυσαρκία και ο σακχαρώδης διαβήτης.

Ο κανόνας πως ‘όσο τα λιπίδια του οργανισμού αυξάνονται αρρωσταίνουμε και όσο ελαττώνονται γινόμαστε υγιέστεροι’ φαίνεται πως πλέον αρχίζει να αμφισβητείται.