Γράφει η Κωνσταντίνα Καρασούλη

Ζούμε σε μια περίοδο όπου η παραδοσιακή μεσογειακή διατροφή απέχει σημαντικά από τις καθημερινές διατροφικές συνήθειες του σύγχρονου ανθρώπου. Η εποχή κατά την οποία η βάση της διατροφής ήταν τα φρέσκα φρούτα και τα λαχανικά, τα δημητριακά και τα όσπρια έχει περάσει ανεπιστρεπτί.

Παρόλο που οι επιστήμονες διαιτολόγοι προτρέπουν το κοινό για την επιστροφή σε αυτή, η σύγχρονη πραγματικότητα μας αποδεικνύει ότι μάλλον αυτό είναι ουτοπικό.

Ο καταναλωτής απαιτεί πλέον ποικιλία τροφίμων, ευκολία στην προετοιμασία, οικονομικά και ασφαλή προϊόντα. Τις απαιτήσεις αυτές ήρθε με τη σειρά της να ικανοποιήσει η Βιομηχανία Τροφίμων με τη δημιουργία και την είσοδο στην αγορά των τυποποιημένων προϊόντων.

Ωστόσο, η ύπαρξη τέτοιου είδους τροφίμων δε νοείται χωρίς τη χρήση των πρόσθετων, γεγονός που δημιουργεί πολλά ερωτηματικά σχετικά με την ασφάλεια και τις επιπτώσεις τους στην υγεία του καταναλωτικού κοινού.

Τα πρόσθετα τροφίμων είναι φυσικές ή συνθετικές ουσίες που προστίθενται σκόπιμα στα τρόφιμα για να εκτελέσουν ορισμένες τεχνολογικές λειτουργίες.

Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Οδηγία 89/107/ΕΟΚ, τα πρόσθετα δεν καταναλώνονται συνήθως μόνα τους ως τρόφιμα, αλλά χρησιμοποιούνται κατά την κατασκευή, τη μεταποίηση, την παρασκευή, την κατεργασία, τη συσκευασία, τη μεταφορά ή την αποθήκευση του τελικού προϊόντος.

Χαρακτηριστικό είναι ότι παραμένουν στο τελικό προϊόν ανεξάρτητα από το στάδιο της επεξεργασίας κατά το οποίο θα εισαχθούν.

Για ποιους λόγους, όμως, είναι επιβεβλημένη η χρήση των πρόσθετων στα τρόφιμα; Τα πρόσθετα τροφίμων έχουν ως κύριο σκοπό τη διατήρηση και βελτίωση της διατροφικής αξίας, τη βελτίωση των οργανοληπτικών χαρακτηριστικών (γεύση, οσμή, υφή), τη σταθερότητα, τη συντήρηση, την ασφάλεια και διατήρηση της ποιότητας, καθώς επίσης και την επεξεργασία και τυποποίηση των τροφίμων.

Διακρίνονται σε συντηρητικά, αντιοξειδωτικά, ενισχυτικά γεύσης, γλυκαντικά, ρυθμιστές οξύτητας κ.α, απαρτίζοντας συνολικά 26 κατηγορίες.

Είναι απαραίτητο να σημειώσουμε ότι δεν πρέπει να συγχέουμε τα συντηρητικά με τα πρόσθετα τροφίμων. Τα συντηρητικά είναι πρόσθετα αλλά τα πρόσθετα δεν είναι μόνο συντηρητικά. Είναι σημαντικό, επίσης, να θυμόμαστε ότι ο ισχυρισμός 'χωρίς συντηρητικά' μπορεί να είναι παραπλανητικός, γιατί δεν αποκλείει την ύπαρξη άλλων πρόσθετων, εκτός των συντηρητικών, στο τρόφιμο.

Για τη χρήση των πρόσθετων τροφίμων από τη σύγχρονη βιομηχανία απαιτείται πρώτα η έγκρισή τους. Ο δρόμος από το εργαστήριο στο πιάτο μας είναι μακρύς και δύσβατος, καθώς για την έγκριση ενός νέου πρόσθετου πρέπει να πληρούνται οι εξής προϋποθέσεις:

  • η απόδειξη της ύπαρξης τεχνολογικής ανάγκης για τη χρήση του και της έλλειψης άλλων μέσων για την επίτευξη του επιδιωκόμενου στόχου,
  • η απουσία οποιουδήποτε κινδύνου για την υγεία του καταναλωτή στα προτεινόμενα επίπεδα χρήσης, με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία και
  • η απουσία εξαπάτησης του καταναλωτή.

Ο αρμόδιος φορέας για τον έλεγχο όλων των παραπάνω είναι η Επιστημονική Επιτροπή Τροφίμων της Γενικής Διεύθυνσης για την Υγεία και την Προστασία των Καταναλωτών, που ανήκει στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Με την έγκριση ενός νέου πρόσθετου τροφίμου προσδιορίζονται τα τρόφιμα στα οποία επιτρέπεται η χρήση του, οι όροι υπό τους οποίους γίνεται η προσθήκη, η ελάχιστη δόση που είναι απαραίτητη για την επίτευξη του επιθυμητού αποτελέσματος και η πιθανή ημερήσια πρόσληψη του συγκεκριμένου πρόσθετου μέσω των τροφών συνολικά.

Αυτό είναι απαραίτητο ώστε να ελεγχθούν πιθανές ανεπιθύμητες ενέργειες από τη συγκέντρωση μεγάλης ποσότητας κάποιου πρόσθετου στον ανθρώπινο οργανισμό.

Ο κατάλογος των πρόσθετων τροφίμων, η χρήση των οποίων επιτρέπεται στην Ευρωπαϊκή Ένωση, άρα και στην Ελλάδα, περιλαμβάνει περίπου 1000 ουσίες και είναι διαθέσιμος στην ηλεκτρονική σελίδα του Ενιαίου Φορέα Ελέγχου Τροφίμων (Ε.Φ.Ε.Τ).

Ο κατάλογος αυτός, ωστόσο, είναι δυνατόν να αναθεωρηθεί. Όταν υπάρχουν νέα στοιχεία που οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η χρήση ενός πρόσθετου θέτει σε κίνδυνο την ανθρώπινη υγεία, η χρήση του μπορεί να καταργηθεί, να ανασταλεί ή να περιοριστεί προσωρινά.

Η παρουσία οποιοδήποτε πρόσθετου στα τρόφιμα επιβεβαιώνεται με την αναγραφή του στις ετικέτες τροφίμων με τον κωδικό Ε, γεγονός που παρέχει στον καταναλωτή τη δυνατότητα να γνωρίζει τα ακριβή συστατικά του προϊόντος. Το γράμμα Ε ακολουθείται από ένα τριψήφιο ή τετραψήφιο αριθμό που δηλώνει το ειδικό όνομα του πρόσθετου που χρησιμοποιείται, ενώ είναι υποχρεωτική η αναγραφή της κατηγορίας στην οποία ανήκει.

Μερικοί αναρωτιούνται αν υπάρχουν θετικές επιπτώσεις από τη χρήση των πρόσθετων στα τρόφιμα. Τόσο οι καταναλωτές όσο και οι βιομηχανίες τροφίμων υποστηρίζουν ότι όντως υπάρχουν, καθώς τα πρόσθετα συντελούν στη διατήρηση της διατροφικής αξίας του τελικού προϊόντος και στην αύξηση του χρόνου ασφαλούς κατανάλωσης, χωρίς την αλλοίωση του τροφίμου.

Παράλληλα, συμβάλλουν στη βελτίωση της γεύσης και της εμφάνισης, στην ευελιξία κατά την προετοιμασία και στην ύπαρξη ποικιλίας τροφών. Είναι, επίσης, αναμφισβήτητη η παροχή υψηλής ποιότητας και χαμηλού κόστους προϊόντων.

Αντικείμενο μεγάλων συζητήσεων και διχογνωμιών, όμως, αποτελούν οι ενδεχόμενες βραχυπρόθεσμες και μακροπρόθεσμες επιπτώσεις στην υγεία του καταναλωτικού κοινού από τη χρήση των πρόσθετων τροφίμων. Μελέτες έχουν επιβεβαιώσει την πρόκληση αλλεργικών αντιδράσεων από την κατανάλωση συγκεκριμένων πρόσθετων.

Οι αναφορές είναι πολλές, αλλά επικεντρώνονται κυρίως στη χρωστική ταρτραζίνη (Ε 120), στο ενισχυτικό γεύσης γλουταμινικό μονονάτριο MSG (Ε 621), στο γλυκαντικό ασπαρτάμη (Ε 951) και στα συντηρητικά που αποτελούν τα θειώδη άλατα (Ε 220 - Ε228).

Μετά από λήψη τροφίμων που περιείχαν τα πρόσθετα αυτά παρατηρήθηκαν ασθματικές κρίσεις, οίδημα και κνησμός. Η επιστημονική κοινότητα αποδίδει τα συμπτώματα αυτά σε μεμονωμένα περιστατικά και υποστηρίζει ότι δεν υπάρχει κανένας κίνδυνος για τη δημόσια υγεία από πρόσθετα, των οποίων η χρήση έχει εγκριθεί από την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Το ερώτημα που τίθεται από τους καταναλωτές είναι το εξής: Μπορούμε να ζήσουμε χωρίς πρόσθετα; Η απάντηση έρχεται από μια μελέτη που διεξήχθη από το Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, όπου πραγματοποιήθηκε καταγραφή των πρόσθετων από 243 τρόφιμα ευρείας κατανάλωσης.

Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι ο μέσος Έλληνας καταναλώνει περίπου 5 κιλά πρόσθετα ανά έτος, χωρίς να υπολογιστούν το αλάτι (7 κιλά) και η ζάχαρη (52 κιλά). Με άλλα λόγια, είναι αδύνατο να ζήσουμε χωρίς πρόσθετα.

Επειδή, λοιπόν, ο σύγχρονος τρόπος ζωής δεν μπορεί να μας αποτρέψει από την κατανάλωση τυποποιημένων προϊόντων, μπορούμε τουλάχιστον να περιορίσουμε τη χρήση τους και να ανατρέχουμε στις ετικέτες τροφίμων για οποιαδήποτε πληροφορία σχετικά με τη σύστασή τους.

Πηγές: www.nutrimed.gr