Για ποιό λόγο και με ποιό τρόπο θα μπορούσαμε να αλλάξουμε τις διατροφικές μας συνήθειες σε σχέση με το Νάτριο, το Κάλιο, το Ασβέστιο και το Μαγνήσιο;

Είναι γνωστό πλέον στον περισσότερο κόσμο ότι η μεγάλη κατανάλωση Νατρίου είναι μια βασική αιτία της αύξησης της αρτηριακής πίεσης, μιας ασθένειας που ταλαιπωρεί το μισό ενήλικο πληθυσμό του πλανήτη. Αυτό συμβαίνει καθώς το ανθρώπινο σώμα χρησιμοποιεί την αρτηριακή πίεση σαν φυσικό μηχανισμό για να εμποδίσει τη συσσώρευση του Νατρίου.

Επιστημονικές μελέτες έχουν αποδείξει πως για κάθε είδος του ζωικού βασιλείου, συμπεριλαμβανομένου και του ανθρώπινου, υπάρχει αυτό που θα ονομάζαμε «φυσική διατροφή», ο συνδυασμός δηλαδή εκείνων των τροφών που το κάθε είδος είναι «προγραμματισμένο» να τρώει και να μεταβολίζει.

Έτσι ένα λιοντάρι είναι αποκλειστικά σαρκοφάγο, ενώ ένα ελάφι είναι αποκλειστικά φυτοφάγο.

Ο άνθρωπος είναι «προγραμματισμένος» να μεταβολίζει και τα δύο είδη τροφών, διατηρώντας γενικά τις ίδιες διατροφικές συνήθειες για περίπου 100.000 χρόνια. Θεωρείται μάλιστα ως ιδανική διατροφή του, αυτή που αποτελείται από μη επεξεργασμένες τροφές, δηλαδή τροφές στις οποίες δεν έχει προστεθεί ή αφαιρεθεί κάποιο συστατικό.

Οι τελευταίες δεκαετίες όμως άλλαξαν δραστικά τα δεδομένα και στις μέρες μας μια τέτοια διατροφή είναι πλέον ουτοπική, καθώς όλο και μεγαλύτερο ποσοστό όσων καταναλώνουμε παράγεται έξω από το σπίτι μας.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το γεγονός ότι σήμερα πια το 80% του Νατρίου που καταναλώνει ο μέσος άνθρωπος, προέρχεται από βιομηχανικά παρασκευασμένες τροφές.
Σε ένα καθημερινό διαιτολόγιο των 2100 θερμίδων, ο άνθρωπος θα έπρεπε να λαμβάνει από μια «φυσική διατροφή» περίπου 500mg Νάτριο (1,25g σε αλάτι), 7400mg Κάλιο, 1100mg Ασβέστιο και 800mg Μαγνήσιο, έτσι ώστε να είναι προστατευμένος από μια σειρά παθολογικών καταστάσεων.

Σύμφωνα με επιστημονικές μελέτες, η ημερήσια κατανάλωση Νατρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 1500mg (3,75g σε αλάτι), ενώ αν ξεπερνά τα 2500mg (6,25g σε αλάτι) θεωρείται σχεδόν βέβαιο ότι αποτελεί κίνδυνο για την καρδιά, όπως έδειξαν μελέτες σε κάποιες κοινωνικές ομάδες όπου η μέση αρτηριακή πίεση αυξανόταν αναλογικά με την αύξηση της κατανάλωσης αλατιού.

Στις μέρες μας όμως η συνηθισμένη κατανάλωση Νατρίου σε μια δίαιτα 2100 θερμίδων κυμαίνεται στα 3000-4500mg (7,5-11,25g σε αλάτι), ενώ την ίδια στιγμή η κατανάλωση του Καλίου είναι περίπου 1750mg, του Ασβεστίου 440mg και του Μαγνησίου 180mg, όλες πολύ μικρότερες από τις συνιστώμενες.

Κι όμως πολυάριθμες επιστημονικές έρευνες έχουν δείξει ότι καθένα από όλα αυτά τα μέταλλα βοηθά στην πρόληψη ή την αντιμετώπιση σοβαρών ασθενειών όπως η ισχαιμική καρδιοπάθεια, η οστεοπόρωση, η παχυσαρκία. Επίσης βελτιώνουν την ανοχή στη γλυκόζη και βοηθούν τις φυτικές στερόλες να μειώνουν αποτελεσματικότερα τη χοληστερίνη.

Αναζητώντας λοιπόν νέα όπλα προστασίας ενάντια σε μια σειρά παθήσεων, και όχι μόνο κατά της αυξημένης αρτηριακής πίεσης, οι επιστήμονες θεωρούν πως η μείωση της κατανάλωσης αλατιού σε συνδυασμό με την αύξηση της κατανάλωσης άλλων μετάλλων μπορεί να δώσει εντυπωσιακά αποτελέσματα.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα τέτοιων ερευνών η Φιλανδία, μία χώρα όπου, αντίθετα από τον υπόλοιπο κόσμο, η κατανάλωση αλατιού έχει μειωθεί περισσότερο από 30% τις τελευταίες 3 δεκαετίες. Την ίδια περίοδο παρατηρήθηκε εντυπωσιακή μείωση της αρτηριακής πίεσης, αλλά και των θανάτων από καρδιοπάθειες και εγκεφαλικά.

(Βλ. διαγράμματα παρακάτω)

Παρ’ όλες τις συστάσεις όμως των ειδικών, η βιομηχανία τροφίμων στην πλειονότητά της δεν είναι διατεθειμένη να εφαρμόσει μια πιο υγιεινή φιλοσοφία στα προϊόντα της. Κάτι τέτοιο βέβαια είναι λογικό, αν σκεφτούμε ότι ο καταναλωτής θα ήταν τουλάχιστον διστακτικός στο να προτιμήσει ένα προϊόν με χαμηλή περιεκτικότητα σε αλάτι, αφού θα περίμενε να μην είναι τόσο εύγευστο.

Εδώ λοιπόν προτείνουν οι επιστήμονες μία διαφορετική προσέγγιση: όπου η βιομηχανία τροφίμων, αλλά και ο ίδιος ο καταναλωτής, θα στραφεί στα λεγόμενα «λειτουργικά προϊόντα». Είναι εκείνα τα προϊόντα τα οποία επιτρέπουν τον εμπλουτισμό των τροφίμων με τα απαραίτητα μέταλλα (ακόμη και στο σπιτικό μαγείρεμα), ενώ παράλληλα η ποσότητα Νάτριου που χρησιμοποιείται μειώνεται, χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια από τον καταναλωτή και χωρίς συμβιβασμό στη γεύση.

Καθώς λοιπόν πληθαίνουν οι φωνές εκείνων που προτείνουν πιο δραστικά μέτρα για την προώθηση μιας πιο υγιεινής διατροφής (ακούγονται απόψεις ακόμη και για μείωση της φορολογίας στις εταιρίες που προωθούν τέτοιες εναλλακτικές στην Ευρωπαϊκή Ένωση) η βιομηχανία τροφίμων θα βρεθεί πολύ σύντομα αντιμέτωπη με μία πρόκληση: αν θα βελτιώσει την ανταγωνιστικότητά της απέναντι σε ένα καταναλωτικό κοινό που αναζητά όλο και πιο συχνά πλέον καινοτόμα προϊόντα που θα του επιτρέπουν εύκολα να φροντίζει τη διατροφή και κατά συνέπεια την υγεία του.

Πηγές: Το παραπάνω άρθρο είναι περίληψη από το άρθρο "Why and how to implement sodium, potassium, calcium and magnesium changes in food items and diets?" των H. Karppanen, P. Karppanen και E. Merivaara, που έχει δημοσιευτεί στο περιοδικό «Journal of Human Hypertension (2005) 19, S10-S19».