Το κείμενο που ακολουθεί απευθύνεται στον «τυπικό» καταναλωτή προκειμένου να του προσφέρει ορισμένες βασικές πληροφορίες για τους κινδύνους που απειλούν την ανθρώπινη υγεία σε σχέση με τη διατροφή. Η τροφή που καταναλώνουμε αποτελεί την πλέον ογκώδη έκθεση του οργανισμού μας στο φυσικό περιβάλλον (του τόπου παραγωγής της).

Οι δύο -εξίσου σοβαρές- άλλες μορφές έκθεσης του οργανισμού μας είναι μέσω του νερού και μέσω του αέρα που αναπνέουμε. Οι κίνδυνοι που μπορεί να κρύβονται στην τροφή είναι ποικίλοι: μικροβιακοί, χημικοί, μηχανικοί, κα.

Από την άλλη μεριά, η ανεπάρκεια της τροφής τόσο σε ποσότητα όσο και σε ποικιλία (τέτοια που να περιλαμβάνει όλα τα απαραίτητα στοιχεία) δημιουργεί περισσότερους κινδύνους για το άτομο, είτε από μόνη της, είτε επειδή συνεργεί στην ευαισθησία του ανθρώπινου οργανισμού σε ασθένειες.

Όσο προχωράει η τεχνολογική πρόοδος, τόσο περισσότεροι κίνδυνοι θα αναγνωρίζονται από τους ειδικούς, με αποτέλεσμα τη θεσμοθέτηση περαιτέρω μέτρων πρόληψης. Σήμερα, η τροφή είναι, κατά τεκμήριο, ασφαλέστερη από προηγούμενες εποχές, όταν οι κίνδυνοι για τους οποίους σήμερα λαμβάνονται μέτρα δεν ήταν καν γνωστοί.

Είναι δε προφανές ότι σε μερικές δεκαετίες οι αναγνωρίσιμοι παράγοντες κινδύνου στις τροφές θα είναι περισσότεροι από ό,τι σήμερα και, κατά συνέπεια, θα αυξηθούν αντίστοιχα και τα μέτρα πρόληψης και ελέγχου. Τη σύγχρονη εποχή, στις δυτικές κοινωνίες αυτά τα μέτρα βρίσκονται σε σημείο που κανείς δεν μπορούσε να το φανταστεί πριν μερικές δεκαετίες.

Μπορεί, επομένως, να φανεί εκ πρώτης όψεως παράδοξο ότι στην εποχή μας η ανησυχία για την ασφάλεια των τροφίμων στις δυτικές κοινωνίες της αφθονίας διογκώνεται όλο και περισσότερο. Στην πραγματικότητα, δεν πρόκειται για αντίφαση.

Ούτε για συβαριτισμό.

Οι λόγοι για τους οποίους ανησυχούν οι καταναλωτές είναι σχετικά απλοί: Δεδομένης της σημασίας που ο καταναλωτής αντιλαμβάνεται ότι έχει η ασφάλεια της τροφής αισθάνεται -και δικαίως- ότι ως άτομο έχει χάσει τη δυνατότητά του να ελέγχει την ασφάλεια των διατροφικών προϊόντων.

Το ότι την έχουν αναλάβει κρατικοί φορείς, πολύ λίγη ανακούφιση μπορεί να του προσφέρει.

Άλλωστε, τα αυστηρά μέτρα πρόληψης και ελέγχου τα οποία λαμβάνονται στις δυτικές κοινωνίες και τα οποία η διοίκηση και η οικονομία άλλων, μη δυτικών, κρατών δεν επιτρέπουν την επιβολή τους, δεν φαίνεται να έχουν οδηγήσει σε κάποιο προφανές συγκριτικό πλεονέκτημα ως προς τη δημόσια υγεία.

Αυτό είναι χαρακτηριστικό των προληπτικών μέτρων: λαμβάνονται προκειμένου να προλάβουν κάθε ενδεχόμενο, και όχι για έναν όντως επερχόμενο κίνδυνο. Έτσι, ακόμα και αν τύχει να δικαιωθεί κάποτε η λήψη τους, δεν αποτελεί είδηση για κανένα.

Υπάρχει ωστόσο ένας ακόμη λόγος: οι έλεγχοι, τόσο οι προληπτικοί όσο και οι κατασταλτικοί, αφορούν όλο και περισσότερο παράγοντες κινδύνου που είναι αόρατοι για τον μη ειδικό καταναλωτή.

Μεταλλαγμένα, διοξίνες, φυτοφάρμακα, νιτρικά, τρελές αγελάδες, βαρέα μέταλλα, κι όλα τα άλλα, υπερβαίνουν τις δυνατότητες του καταναλωτή να τα αντιληφθεί προσωπικά ο ίδιος. Τώρα τα περισσότερα τρόφιμα είναι τυποποιημένα και απρόσωπα, παράγονται πλέον μαζικά, από κάποια βιομηχανία και ελέγχονται από ένα εξίσου απρόσωπο κράτος.

Το παιχνίδι δηλαδή παίζεται κάπου αλλού και ο καταναλωτής νιώθει ότι έχει μείνει έξω από το σοβαρότερο θέμα που τον απασχολεί, την υγεία του ίδιου και των παιδιών του.

Η πείρα έχει δείξει ότι ο άνθρωπος ανησυχεί λιγότερο σε συνάρτηση με την καθαυτό επικινδυνότητα του παράγοντα που προκαλεί τον κίνδυνο και περισσότερο σε σχέση με τη δυνατότητά του να ελέγξει την πιθανότητα εκδήλωσης του κινδύνου.

Η πιθανότητα παίζει καταλυτικό ρόλο στην πρόσληψη της επικινδυνότητας από τους καταναλωτές. Ίσως εδώ θα βοηθούσε να σχηματοποιήσει κανείς τη σχέση ανάμεσα στη βλάβη που θα μπορούσε να επιφέρει ένας παράγοντας κινδύνου και τον βαθμό επικινδυνότητας που θα μπορούσε να προκύψει από την έκθεση στο συγκεκριμένο παράγοντα.

Επικινδυνότητα (risk) = Βλάβη (hazard) x Πιθανότητα (έκθεσης στον παράγοντα)

Αν πρόκειται για χαλασμένο τυρί, ένας καταναλωτής έχει ήδη αρκετές πληροφορίες από τη μέχρι τότε ζωή του, για να εκτιμήσει τον κίνδυνο. Μπορεί μάλιστα και ν’ αποφασίσει να το φάει, για να μην πάει χαμένο, ρισκάροντας ότι δεν θα πάθει τίποτε.

Με αριθμητικούς όρους, η εμπειρία του λέει ότι η πιθανότητα να πάθει κάτι σοβαρό είναι π.χ. 2%. Ξέρει επίσης αρκετά και για την ίδια τη βλάβη: θα τον πιάσει η κοιλιά του για μερικές ώρες. Όλα αυτά ο καταναλωτής νιώθει ότι βρίσκονται υπό τον έλεγχό του.

Αυτός παίρνει όλες τις αποφάσεις, για το τι χάνει και τι κερδίζει από την ελεγχόμενη έκθεση στον κίνδυνο.

Το πρόβλημα όμως είναι ότι, τώρα πλέον, δεν έχουμε να κάνουμε με ορατά σημάδια αλλοίωσης: για τη βλάβη που θα του κάνουν τα άοσμα, άγευστα, αόρατα κατάλοιπα ενός φυτοφαρμάκου στο ροδάκινο, ο καταναλωτής δεν έχει τρόπο να κρίνει, ενώ έχει ακούσει τα χειρότερα.

Μπορεί να είναι καρκινογόνα.Τα αποτελέσματά τους ενδέχεται να εκδηλωθούν αφού θα έχουν περάσει πολλά χρόνια. Μη έχοντας ο καταναλωτής τρόπο να καταλάβει με τις αισθήσεις του αν όντως υπάρχουν ή όχι κατάλοιπα του φυτοφαρμάκου, τοποθετεί τον πήχη της πιθανότητας στο 100% για να είναι σίγουρος.

Άρα, η Επικινδυνότητα εξισώνεται με την ίδια τη Βλάβη!

Εξ’ ου και η απήχηση των τεράστιων τίτλων «καρκίνος στο πιάτο μας», κάθε τόσο και λιγάκι. Ο σημερινός δυτικός καταναλωτής, καθώς έχει πλέον αποστασιοποιηθεί πλήρως από τη διαδικασία της πρωτογενούς παραγωγής, νιώθει ότι βρίσκεται σε μια κατάσταση όπου του είναι αδύνατον να έχει έγκυρη πληροφόρηση και άρα δυνατότητα ελέγχου σχετικά με διατροφικούς κινδύνους.

Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο κάθε τόσο πανικοβάλλεται για τις παγίδες που κρύβουν τα τρόφιμα.

Με τη διαφορά ότι οι ανησυχίες αυτές των καταναλωτών βρίσκονται σε πλήρη αναντιστοιχία προς την επιστημονικά υπολογιζόμενη επικινδυνότητα. Οι επιστήμονες είναι επαρκώς βέβαιοι για τον βαθμό επικινδυνότητας των διαφόρων παραγόντων κινδύνου, αλλά οι επιστημονικά ακριβείς πληροφορίες δεν είναι αυτό που αποζητούν οι καταναλωτές.

Χωρίς τη δυνατότητα να αξιοποιούν μόνοι τους πληροφορίες που να προέρχονται από τις αισθήσεις τους για να αποφασίζουν οι ίδιοι το πόσο εκτιμούν ότι αντέχουν να εκτεθούν στον κίνδυνο, οι καταναλωτές δεν θέλουν να ξέρουν τίποτε, πράγμα που δυσκολεύει ακόμα περισσότερο την αδυναμία καθησυχασμού της κοινής γνώμης από τους επιστήμονες και τη διοίκηση.

Εδώ έχει σημασία και μάλιστα πολλαπλή, να δει κανείς από πιο κοντά μερικούς από τους παράγοντες κινδύνου και την επιστημονικά γνωστή επικινδυνότητά τους. Όχι βέβαια για καθησυχασμό -αυτό είναι αξιωματικά αδύνατον, με βάση τα παραπάνω- αλλά για εμπλουτισμό των πληροφοριών με βάση τις οποίες μπορεί κανείς να ασκεί την κρίση του.

Ας πάρουμε τους χημικούς κινδύνους. Πολύ συχνά δημοσιοποιούνται επιστημονικά ευρήματα για το ότι κάποιες χημικές ουσίες είναι π.χ. καρκινογόνες ή προκαλούν άλλες χρόνιες βλάβες στον οργανισμό.

Αυτό που δηλώνεται στην περίπτωση αυτή είναι μια ιδιότητα που διαθέτει η συγκεκριμένη ουσία, και όχι η ίδια η επικινδυνότητά της. Δηλαδή, δηλώνονται τα πειραματικά ευρήματα, όπως προέκυψαν σ’ ένα εργαστήριο, μετά την έκθεση πειραματόζωων σε διάφορες δόσεις της ουσίας, κλπ.

Αυτό πολύ σπάνια σχετίζεται άμεσα με την επικινδυνότητα της συγκεκριμένης ουσίας για τον άνθρωπο. Ο λόγος είναι ότι τα πειράματα γίνονται με πολύ «ενισχυμένες» δόσεις, οι οποίες παρέχονται στα πειραματόζωα σε καθημερινή βάση και για όλη τη διάρκεια της ζωής τους.

Οι επιστήμονες προσπαθούν -με βάση το σημερινό επίπεδο των γνώσεων τους- να προβλέψουν τις βλάβες που μπορεί να προκαλέσει μια χημική ουσία στα πειραματόζωα, και ίσως στον άνθρωπο. Με τον τρόπο αυτό συγκρίνονται οι χημικές ουσίες μεταξύ τους.

Σύμφωνα με τα ευρήματα τέτοιων πειραμάτων, το 50% όλων σχεδόν των χημικών ουσιών που έχουν μελετηθεί είναι καρκινογόνες σε κάποια δόση. Αποτέλεσε πάντως έκπληξη και για τους ίδιους τους επιστήμονες όταν διαπίστωσαν ότι αυτό ίσχυε εξίσου για τα συνθετικά χημικά αλλά και για τα χημικά που παράγει η ίδια η φύση.

Για παράδειγμα, κάθε φυτικό προϊόν που τρώμε περιέχει μερικές δεκάδες καρκινογόνα, ή με άλλο τρόπο επικίνδυνες χημικές ουσίες οι οποίες έχουν παραχθεί από την ίδια τη φύση. Αυτός είναι και ο λόγος που μόνο ένα ελάχιστο ποσοστό από τα φυτά που βρίσκονται στο περιβάλλουν είναι κατάλληλο προς βρώση.

Τα υπόλοιπα δεν θεωρούνται εδώδιμα, επειδή περιέχουν χημικές ουσίες που τα καθιστούν άμεσα επικίνδυνα. Τις ουσίες αυτές τις παράγουν μόνα τους τα φυτά, μεταξύ άλλων διότι δεν περίμεναν τον άνθρωπο του εικοστού αιώνα με τα φυτοφάρμακά του για την άμυνά τους.

Τα φυτά ανέπτυξαν εδώ και εκατομμύρια χρόνια το δικό τους οπλοστάσιο απέναντι στα έντομα και τους άλλους εχθρούς τους. Τα μισά λοιπόν από αυτά τα χημικά της φύσης έχουν την ιδιότητα να είναι καρκινογόνα, κλπ, και έτσι υπήρξαν πάντα.

Εδώ θα πρέπει να προστεθεί και ο ανθρώπινος παράγων, που με τη χρήση της φωτιάς

Επειδή μάλιστα από τα χημικά που παράγει η φύση καταναλώνουμε πολύ μεγαλύτερες ποσότητες σε σχέση με τα χημικά που παράγει ο άνθρωπος (π.χ. κατάλοιπα φυτοφαρμάκων) ένας γνωστός τοξικολόγος, ο Ames, είναι κατηγορηματικός: το 99.99% των καρκινογόνων ουσιών στην τροφή μας έχουν φυσική προέλευση! Όμως, και πάλι, όλα αυτά αφορούν τις τοξικολογικές ιδιότητες και όχι την ίδια την επικινδυνότητα των χημικών ουσιών.

Η επικινδυνότητα βρίσκεται μόνο μετά από επίπονες και εξαιρετικά χρονοβόρες επιδημιολογικές μελέτες. Πρόκειται για μελέτες ιδιαίτερα δύσκολες και οι οποίες σπάνια έχουν οδηγήσει σε οριστικά ευρήματα σχετικά με επικίνδυνους παράγοντες που φτάνουν να προκαλούν άμεσες βλάβες στους ανθρώπους.

Όσον αφορά τα συνθετικά χημικά, έχει αποδειχθεί σχεδόν αδύνατον να βρεθούν ασφαλείς συσχετισμοί, για τον απλό λόγο ότι η κάθε μια τους συμμετέχουν πολύ λίγο και σποραδικά στην ανθρώπινη διατροφή και οι όποιες επιπτώσεις τους θα εκδηλωθούν μετά από πολλά χρόνια, ακόμα και δεκαετίες.

Έτσι, η σύγκριση ανάμεσα στις τοξικολογικές ιδιότητες μιας χημικής ουσίας στην τροφή και την ενδεχόμενη επικινδυνότητά της δεν είναι συνήθως δυνατή. Για παράδειγμα, αν δεχτούμε ότι ένα φυτοφάρμακο προκαλεί μια χρόνια βλάβη, π.χ.

καταρράκτη, σύμφωνα με τα πειράματα. Για να κινδυνεύσει ένας άνθρωπος να πάθει το ίδιο με τα πειραματόζωα, θα χρειαστεί να αναζητάει κάθε μέρα για πολλά χρόνια φρούτα και λαχανικά που να εμφανίζουν κατάλοιπα αυτού του συγκεκριμένου φυτοφαρμάκου σε ποσότητες που να υπερβαίνουν κατά πολύ τα όρια ασφαλείας.

Ακόμα κι αν είχε τρόπο να αναγνωρίσει αυτά τα κατάλοιπα, κανείς δεν θα μπορούσε να τα βρει πάνω από 5-10 φορές στην ζωή του και μάλιστα σε ελάχιστες ποσότητες.

Κι αυτό λόγω της σποραδικής χρήσης του συγκεκριμένου φυτοφαρμάκου, το οποίο είναι ένα από τα πάρα πολλά που κυκλοφορούν στην αγορά και το οποίο, επιπροσθέτως, θα πρέπει να έχει χρησιμοποιηθεί πολύ κοντά στην συγκομιδή, έτσι ώστε να βρεθούν κατάλοιπα.

Επίσης, ακόμα και αν τα κατάλοιπα ήταν πάντα παράνομα, πάλι δεν θα πάθαινε τίποτε, διότι σύμφωνα με τη νομοθεσία το όριο για τα νόμιμα κατάλοιπα είναι εκατοντάδες φορές κάτω από τη δόση που προκαλεί κίνδυνο (είναι δια νόμου υποχρεωτικά τα πολύ μεγάλα περιθώρια ασφαλείας).

Ένα παραπλανητικό συμπέρασμα από τα παραπάνω θα μπορούσε να είναι ότι τα κατάλοιπα των φυτοφαρμάκων είναι πάντα ακίνδυνα. Αυτό θα ήταν σωστό αν η σχέση ανάμεσα στα πειραματόζωα και τον άνθρωπο ήταν αλάνθαστη. Κι αυτό είναι κάτι που κανείς δε το ξέρει.

Το κυριότερο που έχει να κάνει είναι να κρίνει ψύχραιμα, χωρίς να παρασύρεται από τις περιστασιακές βόμβες πληροφοριών, που εστιάζουν σε κάποιους μεμονωμένους παράγοντες κινδύνου. Καλύτερα να βλέπουμε τη διατροφή μας σφαιρικά, δίνοντας βάρος σε αυτά που είναι καλά τεκμηριωμένα για τη σχέση τους με τη διατροφή.

Θα πρέπει δίνουμε ελάχιστη σημασία στους ψευδο-συναγερμούς για ζοφερούς κινδύνους που πάντα είναι αόρατοι. Όσο είναι αόρατοι, ας το πάρουμε απόφαση ότι άμεσα δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτε γι’ αυτούς. Ας μην μπούμε όμως και στην μοιρολατρική ψυχολογία ότι, αφού δεν μπορούμε να κάνουμε κάτι, θα ζήσουμε με τον κίνδυνο.

Τις περισσότερες φορές οι συναγερμοί αφορούν απλώς ευρήματα για ιδιότητες και όχι για επικινδυνότητα. Αλλά ακόμη κι αν αφορούν επικινδυνότητα, ας μην ανησυχούμε υπερβολικά. Τα κράτη, στα μέρη που ζούμε παίρνουν πάντα μέτρα πρόληψης πολύ περισσότερα αυστηρά από όσο αναγνωρίζεται ότι χρειάζεται.

Πέρα όμως από τα προληπτικά μέτρα που θεσμοθετούν τα κράτη με βάση την αρχή της πρόληψης τι θα μπορούσε να κάνει ένας καταναλωτής; Κατά πρώτον, καλό είναι να εστιάσουμε την προσοχή μας στη συμμετοχή των φρούτων και των λαχανικών, του λαδιού, και όσων άλλων μεσογειακών προϊόντων στη διατροφή μας.

Ως προς τα φρούτα και τα λαχανικά, μια κλασσική συνταγή είναι να επιλέγει κανείς τα εντός εποχής οπωρολαχανικά. Ο λόγος είναι ότι κατά κανόνα, εντός εποχής, τα προϊόντα αυτά λόγω μεγάλης προσφοράς έχουν χαμηλό κόστος και χαμηλή τιμή αγοράς από τους παραγωγούς.

Το κίνητρο λοιπόν για αυξημένη χρήση αγροχημικών για προστασία είναι πολύ μικρότερο από ό,τι είναι για τα εκτός εποχής, που έχουν μεγάλες προσδοκίες υψηλής τιμής.

Στη δεύτερη αυτή περίπτωση, το κίνητρο για διασφάλιση της παραγωγής ενδέχεται να οδηγήσει κάποιον παραγωγό σε υπερβολές, από φόβο μην χάσει κάτι πολύ προσοδοφόρο. Θα πρέπει, ωστόσο, να καταστεί σαφές πως δεν ισχύει πάντα η άποψη ότι η παραγωγή εκτός εποχής είναι δυνατή μόνο με χρήση παραπάνω ποσοτήτων χημικών.

Πολλές φορές συμβαίνει το αντίθετο. Η εκτός εποχής καλλιέργεια μπορεί να απαλλάσσει τα φυτά από εχθρούς, π.χ. έντομα, ο βιολογικός κύκλος των οποίων είναι προσαρμοσμένος στη φυσιολογική εποχή των καλλιεργειών.

Μια άλλη πρακτική οδηγία για αυτούς που ενδιαφέρονται για θέματα διατροφής και υγείας είναι να επιλέγουν τρόφιμα που έχουν παραχθεί όσο πιο κοντά γίνεται στον τόπο τους. Το ότι τα τελευταία χρόνια έχουν αυξηθεί οι εισαγωγές οπωρολαχανικών από άλλες χώρες για κατανάλωση στην ελληνική αγορά προκαλεί μια σειρά ανησυχίες.

Ο κυριότερος λόγος είναι ότι κανείς, ούτε το ίδιο το κράτος, δεν είναι σε θέση να ελέγξει σε ικανοποιητικό βαθμό τις εισαγωγές από άλλες χώρες, ακόμα και να το κόστος των ελέγχων ήταν μικρότερο. Άλλωστε, οι έλεγχοι είναι πάντα δειγματοληπτικοί.

Ένας άλλος λόγος είναι ότι η χώρα μας δεν κατέχει τα πρωτεία στην Ε.Ε. από πλευράς απαιτήσεων της αγοράς της για την διασφάλιση των γεωργικών προϊόντων.

Έτσι, αυτό που θα καταλήξει για διάθεση στην Ελλάδα από μια τρίτη χώρα ίσως να μην πληροί τις ίδιες προδιαγραφές ως προς την τεκμηρίωση της ασφάλειάς του, μ’ αυτές που θα έθετε μια αλυσίδα σούπερ μάρκετ της βόρειας Ευρώπης, που καλείται να ικανοποιήσει πολύ πιο απαιτητικούς καταναλωτές από τους έλληνες.

Επίσης, ο καταναλωτής στον τόπο του έχει αρκετές δυνατότητες παρέμβασης ως προς τον ασφαλή τρόπο παραγωγής. Οι τρόποι που μπορεί να χρησιμοποιήσουν οι καταναλωτές ή οι οργανώσεις τους, είναι ποικίλοι. Μπορούν να επιβάλουν την ιχνηλασιμότητα, η οποία ούτως ή άλλως έχει θεσμοθετηθεί από τις αρχές του 2005.

Επίσης, οι καταναλωτές θα μπορούσαν να ενεργοποιούν επίμονα τις αρχές του τόπου τους, απαιτώντας αυστηρότερους ελέγχους. Θα μπορούσαν επίσης να συμμετέχουν σε προαιρετικά σχήματα ελέγχου της παραγωγής (πιστοποίηση) ή να επικοινωνούν με τους παραγωγούς του τόπου τους, δηλώνοντας τις ανάγκες τους.

Μπορεί όλα αυτά να μην γίνονται ήδη, ή να μην γίνονται σε ικανοποιητικό βαθμό. Είναι όμως δυνατόν να γίνουν.

Αντίθετα, στην απρόσωπη εισαγωγή από κάποια περιοχή του πλανήτη, η δυνατότητα παρέμβασης για έλεγχο μηδενίζεται. Τέλος, όπως είπαμε και στην αρχή, τα τρόφιμα συνιστούν έκθεση του οργανισμού μας στο φυσικό περιβάλλον του τόπου όπου αυτά παράγονται.

Τυχαίνει το ελληνικό αγρο-περιβάλλον να έχει ιδιότητες που επιτρέπουν ακόμα την παραγωγή με την ελάχιστη εξάρτηση από αγροχημικές παρεμβάσεις.

Συγκεκριμένα, ο μικρός κλήρος με πολλές διαφορετικές καλλιέργειες εξασφαλίζει μεγάλη βιοποικιλότητα, ενώ η αρκετά υψηλή θερμοκρασία το καλοκαίρι σε συνδυασμό με την έλλειψη βροχοπτώσεων συνιστούν ένα αρκετά σταθερό περιβάλλον με βραχείες περιόδους καλλιέργειας.

Αντίθετα, σε πολλές χώρες με ανάλογη παραγωγή, στις βιομηχανικής μορφής (μεγάλες συνεχόμενες εκτάσεις) εντατικές (για ανταγωνιστικό κόστος παραγωγής) καλλιέργειες, τα υγρά δροσερά καλοκαίρια οδηγούν σε παρατεταμένες καλλιεργητικές περιόδους, που ευνοούν την ανάπτυξη ασθενειών και άρα αυξάνουν την εξάρτηση από τα αγροχημικά.

Ας τρώμε λοιπόν προϊόντα που έχουν παραχθεί σε ελληνικό περιβάλλον. Είμαστε προσαρμοσμένοι σ΄ αυτά. Κι άλλωστε είναι και τα πιο νόστιμα!