Είναι γνωστό ότι η Ελλάδα είναι μια από τις χώρες με τα υψηλότερα ποσοστά παιδικής παχυσαρκίας. Τα ‘διατροφικά λάθη’ σίγουρα αποτελούν σημαντικό παράγοντα για το δυσάρεστο αυτό φαινόμενο, όμως η άλλη πλευρά του νομίσματος -η οποία πολύ συχνά υποεκτιμάται- είναι η μειωμένη φυσική δραστηριότητα.

Καταρχήν, στις μέρες μας οι ευκαιρίες για άσκηση είναι σημαντικά μειωμένες σε σχέση με παλαιότερα. Η γυμναστική στο σχολείο τείνει να εκλείψει, το ίδιο και το παιχνίδι στη γειτονιά, αφού για λόγους ασφάλειας οι γονείς σπάνια αφήνουν τα παιδιά τους να παίξουν στο δρόμο.

Οι διαθέσιμες αθλητικές εγκαταστάσεις είναι λίγες, οπότε ακόμα και αν ένα παιδί θέλει να κάνει κάποιο σπορ, συχνά δεν υπάρχει διαθεσιμότητα σε κοντινή απόσταση.

Το κόστος είναι ένα ακόμα εμπόδιο, αφού οι περισσότερες δραστηριότητες προσφέρονται ιδιωτικά. Επίσης, οι ευκαιρίες για περπάτημα έχουν ελαχιστοποιηθεί, αφού οι περισσότερες οικογένειες χρησιμοποιούν αυτοκίνητο για τις μετακινήσεις τους, αφενός για να προλαβαίνουν όλες τις υποχρεώσεις, αφετέρου για λόγους ασφαλείας (φοβούνται π.χ.

να αφήσουν το παιδί να πάει με τα πόδια μέχρι το φροντιστήριο).

Ταυτόχρονα, διάφορα μηχανήματα όπως οι ανελκυστήρες, οι κυλιόμενες σκάλες ακόμα και το τηλεκοντρόλ, μειώνουν περαιτέρω τις ευκαιρίες για κίνηση.

Επίσης, σύμφωνα με μελέτη του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας, η Ελλάδα είναι η πρώτη χώρα στον κόσμο στην εξωσχολική μελέτη: 57% των παιδιών μελετούν εκτός σχολείου πάνω από 3 ώρες την ημέρα, όταν ο παγκόσμιος μέσος όρος είναι μόλις 19%.

Πραγματικά, πολλά Ελληνόπουλα έχουν τόσο φορτωμένο πρόγραμμα -ξένες γλώσσες, φροντιστήρια, μελέτη στο σπίτι- ώστε την περισσότερη μέρα κάθονται σε ένα θρανίο, ενώ δεν είναι λίγες οι φορές που τρώνε στο πόδι, δυσκολεύονται να εντάξουν σνακ μεταξύ των γευμάτων και το βραδινό τους καταναλώνεται αργά, όταν τα μαθήματα τελειώσουν.

Από την άλλη το Σαββατοκύριακο υπάρχει περισσότερος χρόνος, αλλά και περισσότερες ‘ειδικές περιστάσεις’: επίσκεψη στον παππού και στη γιαγιά, παιδικό πάρτυ, σινεμά και φαγητό εκτός σπιτιού είναι ορισμένες από τις δραστηριότητες που ‘σαμποτάρουν’ την προσπάθεια για έναν ισορροπημένο τρόπο ζωής.

Επιπλέον, η παρακολούθηση τηλεόρασης εκτός του ότι ενθαρρύνει τη σωματική αδράνεια, συχνά συνοδεύεται με την κατανάλωση παχυντικών σνακ και αναψυκτικών αλλά και την έκθεση σε διαφημίσεις πρόχειρου φαγητού. Επίσης, η προβολή προτύπων μίμησης που βασίζονται σε ήρωες παιδικών εκπομπών ή αθλητών, οι οποίοι καταναλώνουν τρόφιμα και ποτά τα οποία δεν είναι διατροφικά ισορροπημένα, επηρεάζουν αρνητικά τις επιλογές των παιδιών.

Τέλος, τα βιντεοπαιχνίδια και το σερφάρισμα στο ιντερνέτ παγιώνουν από μικρή ηλικία συνήθειες καθιστικής ζωής που οι προηγούμενες γενιές απέκτησαν πολύ αργότερα.

Από τα παραπάνω γίνεται προφανές ότι το πρόβλημα της παιδικής παχυσαρκίας είναι πολυδιάστατο και η επίλυσή του προϋποθέτει αλλαγές σε όλα τα επίπεδα: άτομο, οικογένεια, κοινωνία, περιβάλλον. Η καλύτερη κατανόηση των αιτιών του φαινομένου μπορεί να βοηθήσει στην αναζήτηση ενός αποτελεσματικού τρόπου αντιμετώπισης του προβλήματος.