Το 1978 ο Βρετανός Peter Mitchell τιμήθηκε με το βραβείο Nobel για τις ανακαλύψεις του πάνω στο χημειοσμωτικό μηχανισμό της σύνθεσης του τόσο σημαντικού για την ενέργεια, ATP. Στο μηχανισμό αυτό, εξέχουσας σημασίας είναι ο ρόλος ενός συνενζύμου που ο ανθρώπινος οργανισμός παράγει, του συνενζύμου Q10 (CoQ10). Πιο συγκεκριμένα, εντός της εσωτερικής μιτοχονδριακής μεμβράνης, το συνένζυμο Q10 συμμετέχει στη μεταφορά ηλεκτρονίων από τα συμπλέγματα I και II στο σύμπλεγμα III της αναπνευστικής αλυσίδας.

Παράλληλα το CoQ10, εμφανίζει και σημαντική αντιοξειδωτική δράση, τόσο αυτούσια όσο και συνεργιστική μαζί με την πολύτιμη βιταμίνη Ε, την οποία και επαναφέρει σε ενεργή μορφή, μετά από την αντίδρασή της με κάποια ελεύθερη ρίζα.

Το συνένζυμο Q10 ή Ουμπικινόνη (Ubiquinone = Ubiquitous quinine = η πανταχού παρούσα κινόνη, η κινόνη που υπάρχει σε κάθε κύτταρο) έχει πρωταγωνιστήσει σε πολλές μελέτες για την καρδιακή ανεπάρκεια, την υπέρταση, τις μυοκαρδιοπάθειες με ομολογουμένως πολύ ελπιδοφόρα αποτελέσματα.

Δύο πρόσφατες μελέτες (Belardinelli E et al. Coenzyme Q10 and exercise training in chronic heart failure. Eur Heart J. 2006 Aug 1 και Sander S et al. The impact of coenzyme Q10 on systolic function in patients with chronic heart failure. J Card Fail. 2006 Aug;12(6):464-72.) έρχονται να ενισχύσουν τον ήδη υπάρχοντα όγκο μελετών σχετικά με τις ευεργετικές επιδράσεις του CoQ10 στη καρδιακή ανεπάρκεια.

Άλλες μελέτες σχετικά με την πιθανή ευεργετική δράση του CoQ10 σε περιπτώσεις καρκίνου του μαστού, νόσο Parkinson και Alzheimer έχουν επίσης οδηγήσει σε θετικά συμπεράσματα, χρειάζεται όμως περαιτέρω διερεύνηση για να έχουμε ασφαλή συμπεράσματα και συνεπώς η διεξαγωγή και άλλων μεγαλύτερων ερευνών κρίνεται αναγκαία.

Η σύνθεση του CoQ10 από τον οργανισμό μας εξαρτάται από την επάρκεια στα αμινοξέα τυροσίνη και φαινυλαλανίνη, αλλά και από τη συμμετοχή 7 ακόμα βιταμινών και αρκετών ιχνοστοιχείων. Κάθε λοιπόν έλλειψη σε έναν από τους προδρόμους της σύνθεσης του CoQ10, μπορεί να οδηγήσει σε ανεπαρκή παραγωγή, αυτού του πολύτιμου συνενζύμου.

Τα επίπεδα του συνενζύμου Q10 φαίνεται πως μειώνονται με το πέρας των ετών, σε χρόνια νοσήματα σαν τον διαβήτη, τη νόσο του Parkinson, τα καρδιαγγειακά, αλλά και λόγω της παρατεταμένης χρήσης κάποιων φαρμάκων (π.χ. στατίνες για την αντιμετώπιση υπερλιπιδαιμιών, αντιδιαβητικά δισκία).

Το συνένζυμο Q10 μπορούμε να το πάρουμε και από την τροφή, όμως να σημειωθεί πως οι καλές πηγές του (εντόσθια, σκουμπρί) είναι τροφές που είτε δεν καταναλώνονται συχνά για ευνόητους λόγους (π.χ. τα εντόσθια), είτε τις εισάγουμε στο διαιτολόγιό μας σπάνια (π.χ. σκουμπρί)

Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψιν αυτά τα στοιχεία και ταυτόχρονα γνωρίζοντας πως η σύγχρονη διατροφή Δυτικού Τύπου παρέχει στον οργανισμό μας την ανεπαρκή ποσότητα των 5 mg Q10 ημερησίως, η συμπληρωματική χορήγηση του Q10 έχει δικαίως βρεθεί τα τελευταία χρόνια στο στόχαστρο των ερευνητών.