To CLA ή συζευγμένο λινολεϊκό οξύ, είναι ένα μείγμα από ισομερή πολυακόρεστων λιπαρών οξέων με συζευγμένους διπλούς δεσμούς. Αρχικά το CLA ως εκχύλισμα από βοδινό κρέας φάνηκε από επιστημονικές μελέτες να φέρει αντικαρκινική δράση.

Περαιτέρω έρευνα έδειξε ότι το CLA είχε ευεργετική επίδραση στη δράση του ανθρώπινου ανοσοποιητικού συστήματος, στην αθηροσκλήρωση, στην πρόληψη της υπέρτασης και στην αποτροπή υπογλυκαιμιών.

Τα τελευταία χρόνια το CLA μελετάται από πλήθος εργαστηρίων με έμφαση στην επίδρασή του στη σύσταση του σώματος. Πιο συγκεκριμένα, έχει υποτεθεί ότι η συμπληρωματική χορήγηση CLA μπορεί να συμβάλλει στη μείωση του λιπώδους ιστού και στην αύξηση της άλιπης μάζας σώματος.

Οι πρώτες μελέτες πραγματοποιήθηκαν σε ζώα και επιβεβαίωσαν τον παραπάνω ισχυρισμό αναφορικά με τη σύσταση σώματος. Επιπλέον, το συμπλήρωμα CLA δεν φάνηκε να έχει ανεπιθύμητες ενέργειες στα πειραματόζωα. Ωστόσο, οι μελέτες σε ανθρώπους δεν έχουν αποδείξει την αποτελεσματικότητα των συμπληρωμάτων CLA και χρειάζεται να πραγματοποιηθούν επιπλέον μελέτες αναφορικά με την ασφάλεια μακροχρόνιας πρόσληψης των συμπληρωμάτων σε μεγάλες δόσεις.

Οι κυριότερες διαιτητικές πηγές CLA είναι το κρέας και τα γαλακτοκομικά. Η περιεκτικότητα των γαλακτοκομικών προϊόντων σε CLA ποικίλει ανάλογα με την θρέψη του ζώου προέλευσης και την επεξεργασία που θα υποστεί το κάθε προϊόν.

Η μέση δίαιτα ενός Ευρωπαίου περιέχει περίπου 150-200 mg CLA ημερησίως, ενώ μια δίαιτα πλούσια σε κόκκινο κρέας και γαλακτοκομικά υψηλής περιεκτικότητας σε λίπος μπορεί να οδηγήσει σε πρόσληψη, 650-750 mg CLA. Αντιθέτως, τα συμπληρώματα CLA με σκοπό τη μείωση του λιπώδους ιστού και τη μείωση του σωματικού βάρους προτείνουν πρόσληψη 3-4 g CLA ημερησίως.

Τα εμπορικά σκευάσματα CLA που πωλούνται ως παράγοντες αδυνατίσματος, δεν φαίνεται από το πλήθος των επιστημονικών μελετών να είναι αποτελεσματικά, αντίθετα με τις μελέτες σε ζώα, που επιβεβαιώνουν την αποτελεσματικότητά του.

Αξίζει να σημειωθεί ότι οι μετρήσεις στις περισσότερες μελέτες των ζώων ήταν άμεσες (μετά από θανάτωση του ζώου), ενώ στους ανθρώπους οι μετρήσεις ήταν έμμεσες (βιοηλεκτρική εμπέδηση, μέτρηση απορρόφησης ακτίνων χ). Επιπλέον, οι δόσεις χορήγησεις CLA ήταν κατά μέσο όρο δεκαπλάσιες στις μελέτες με ζώα, συγκριτικά με τις δόσεις των μελετών σε ανθρώπους.