Αν και η υποασβεσταιμία δεν είναι συνήθης σε υγιή παιδιά και εφήβους, η κυρίαρχη ανάγκη για πρόσληψη ασβεστίου από τη διατροφή προκύπτει κυρίως για την ενίσχυση της εναπόθεσης ασβεστίου στα οστά. Η συγκράτηση ασβεστίου είναι σχετικά χαμηλή στα βρέφη μετά τον 1ο χρόνο και αυξάνεται σταδιακά καθώς πλησιάζει η εφηβεία.



Η ιδεώδης διατροφική πηγή ασβεστίου για τον πρώτο χρόνο της ζωής είναι το μητρικό γάλα. Η βιοδιαθεσιμότητα του ασβεστίου στο μητρικό γάλα είναι μεγαλύτερη απ’ ότι στα υποκατάστατα γάλακτος ή στο αγελαδινό γάλα.

Γι’ αυτό το λόγο κρίθηκε φρόνιμο να αυξηθεί η συγκέντρωση ασβεστίου σε όλα τα υποκατάστατα γάλακτος σε αντιστοιχία με το μητρικό γάλα για να διασφαλιστούν τουλάχιστον παρόμοια επίπεδα συγκράτησης ασβεστίου.

Μετά τον 6ο μήνα, το ασβέστιο, εκτός από το γάλα μπορεί να προέλθει και από άλλα τρόφιμα όπως το γιαούρτι, το κρέας, κάποια λαχανικά κ.λ.π. Πρόσφατα δεδομένα υποστηρίζουν την πιθανότητα ότι η χαμηλή οστική πυκνότητα συμβάλλει στη δημιουργία καταγμάτων σε παιδιά.

Σε έρευνα που πραγματοποιήθηκε σε 100 κορίτσια ηλικίας 3-15 χρόνων με κατάγματα στον πήχη βρέθηκε ότι είχαν μικρότερη οστική μάζα σε πολλαπλά σημεία απ’ ότι υγιή κορίτσια αντίστοιχης ηλικίας. Στην ίδια έρευνα προέκυψε ότι τα κορίτσια ηλικίας 11-15 ετών με κατάγματα εμφάνιζαν μικρότερη πρόσληψη ασβεστίου από την ομάδα ελέγχου.

Παρόμοια, σε άλλη έρευνα αναφέρεται ότι η υψηλή πρόσληψη ασβεστίου φαίνεται να εκδηλώνει προστατευτική δράση ενάντια σε κατάγματα σε αγόρια και κορίτσια στην εφηβεία.

Αν και υπάρχουν κάποιες αναφορές για τρόφιμα και ποτά που επηρεάζουν την πρόσληψη ασβεστίου από το έντερο, εντούτοις η διατήρηση επαρκούς πρόσληψης ασβεστίου (2-3 μερίδες γαλακτοκομικών την ημέρα) είναι υπεύθυνη για την ανάπτυξη μέγιστης οστικής μάζας.