Αν κάποιος ισχυριστεί πως η κατανάλωση αυξημένης ποσότητας λίπους μέσω της διατροφής μας είναι η μοναδική αιτία παχυσαρκίας,τότε μάλλον θα απέχει αρκετά από την αλήθεια. Η γενετική προδιάθεση κάθε ατόμου αλλά και η μειωμένη φυσική δραστηριότητα που χαρακτηρίζει τη ζωή του σύγχρονου ανθρώπου αποτελούν παράγοντες που δεν μπορούν να αγνοηθούν σε καμία περίπτωση.

Πολύ συχνά οι άνθρωποι, ανάμεσα σε αυτούς και οι ερευνητές, αρέσκονται στο να προσπαθούν να εντοπίσουν μοναδικά θρεπτικά συστατικά στα τρόφιμα με καινοφανείς δράσεις. Μια από αυτές αφορά τη ρύθμιση του σωματικού βάρους.

Το ερευνητικό ενδιαφέρον των τελευταίων χρόνων έχει εστιάσει στη βιοχημική διαδικασία του ανθρώπινου σώματος μέσω της οποίας η περίσσεια σε διατροφική ενέργεια που προέρχεται από μη-λιπαρά θρεπτικά συστατικά, όπως υδατάνθρακες και πρωτεΐνες, μετατρέπεται σε λίπος.

Η διαδικασία αυτή ονομάζεται de novo λιπογένεση και πραγματοποιείται στο βιοχημικό εργαστήριο του οργανισμού, το συκώτι. Σε ανθρώπους με σταθερό βάρος η διαδικασία αυτή ενεργοποιείται όταν υιοθετήσουν δίαιτα πλούσια σε υδατάνθρακες και χαμηλή σε λίπος.

Γι’ αυτό ακριβώς τέτοια διατροφικά μοντέλα παρ’ όλο που έχουν χαμηλή περιεκτικότητα σε λίπος ενδέχεται τελικά να αυξήσουν την παραγωγή λίπους του σώματος.

Η σύγχρονη επιστήμη της διατροφής έχει ανιχνεύσει ορισμένα συστατικά, τα οποία μπορούν να παρεμποδίσουν τη διαδικασία αυτή και να δράσουν επικουρικά στη μείωση της παραγωγής λίπους στο σώμα.

Μια από αυτές τις ουσίες είναι το υδροξυ-κιτρικό οξύ, το οποίο βρίσκεται στο φλοιό των φρούτων Garcina cambogia, Garcina indica και Garcina atroviridis. Τα φρούτα αυτά με τη σειρά τους τα συναντά κανείς στην Ινδική χερσόνησο καθώς και στη δυτική Σρι Λάνκα.

Η ουσία αυτή ουσιαστικά καταστέλλει μια από τις βασικές βιοχημικές διαδικασίες της de novo λιπογένεσης και κατ’ επέκταση της παραγωγής λίπους στο συκώτι, στο λιπώδη ιστό και στο λεπτό έντερο. Σε ζωϊκά μοντέλα, η ουσία αυτή έχει μειώσει την κατανάλωση φαγητού και το σωματικό βάρος των υπό εξέταση επίμυων.

Επειδή ακόμα δεν έχουν εξαχθεί τελικά συμπεράσματα για τη δράση του στους ανθρώπους οι μελέτες συνεχίζονται.

Ενθαρρυντικά στοιχεία όμως φαίνεται να παρουσιάζονται από μελέτες σε εκχυλίσματα πράσινου και μαύρου τσαγιού. Ειδικά το πράσινο τσάι θεωρείται πως μπορεί να συμβάλει στην πρόληψη χρόνιων φλεγμονωδών παθήσεων, όπως ο καρκίνος και τα καρδιαγγειακά.

Τα εκχυλίσματα τσαγιού όμως περιέχουν μεγάλες ποσότητες πολυφαινολών, όπως η επικατεχίνη, η επιγαλοκατεχίνη και άλατά τους.

Ειδικά το άλας της επιγαλοκατεχίνης με το γαλικό οξύ θεωρείται το πιο βιοενεργό συστατικό του πράσινου τσαγιού. Τα πρώτα ενδεικτικά στοιχεία των μελετών αναφέρουν ενεργοποίηση της οξείδωσης των λιπών και αύξηση της κατανάλωσης ενέργειας μέσα στη διάρκεια της ημέρας.

Επίσης, φάνηκε ξανά πως το αποτέλεσμα επιτεύχθηκε μέσα από την αναστολή ενός διαφορετικού βιοχημικού μονοπατιού της de novo σύνθεσης των λιπών.

Υπάρχουν, όμως, επιπρόσθετες ουσίες στο τσάι, η συνέργεια των οποίων με το άλας της επιγαλοκατεχίνης με το γαλικό οξύ αναστέλλουν τη σύνθεση των λιπών πιο αποτελεσματικά. Σε αυτό το σημείο φαίνεται ακόμα μια φορά ο αξιοθαύμαστος τρόπος με τον οποίο τα θρεπτικά συστατικά αλληλεπιδρούν μεταξύ τους και επιφέρουν συγκεκριμένη δράση.

Το γεγονός αυτό, επίσης, υποδεικνύει πως δεν πρέπει κανείς να πέφτει στην παγίδα και να αποδίδει σε μεμονωμένα συστατικά θαυματουργές δράσεις. Εκτός από το πράσινο τσάι, οι διάφορες μελέτες αναδεικνύουν και κάποιες ποικιλίες του μαύρου τσαγιού, όπως το μαύρο τσάι keemun με κύρια βιοενεργά συστατικά τις θεαφλαβίνες.

Τέλος, τα πολυακόρεστα λιπαρά οξέα και ιδιαίτερα αυτά της οικογένειας των ω-3 φαίνεται να έχουν διπλή ευεργετική δράση στη διαχείριση των ‘καυσίμων’ του οργανισμού. Αφενός εμποδίζουν τη γλυκόζη να αποθηκευθεί στο σώμα με τη μορφή του γλυκογόνου και αφετέρου αναστέλλουν την αποθήκευση των λιπαρών οξέων των τροφών με τη μορφή των τριγλυκεριδίων και τα οδηγούν προς οξείδωση, δηλαδή προς χρησιμοποίησή τους.

Οι περισσότερες από αυτές τις δράσεις εντοπίζονται στο συκώτι. Επειδή όμως το συκώτι παίζει κυρίαρχο ρόλο στο μεταβολισμό των λιπών της τροφής, οι δράσεις αυτές αναμένεται να έχουν επίδραση σε ολόκληρο το μεταβολισμό.

Μια ακόμη ενδιαφέρουσα δράση που φαίνεται να παρουσιάζουν τα ω-3 λιπαρά οξέα, τουλάχιστον σε ζωϊκά μοντέλα, είναι η επαγωγή της θερμογενετικής ικανότητας του οργανισμού μέσω της ενεργοποίησης του φαιού λιπώδους ιστού. Έτσι, φαίνεται πως αυξάνουν την καθημερινή κατανάλωση ενέργειας.

Πριν ακόμη φτάσουμε σε τελικές συστάσεις προς τον πληθυσμό αναμένονται τα αποτελέσματα πολλών ακόμα μελετών. Το επόμενο στάδιο είναι η ορθολογική ερμηνεία των αποτελεσμάτων αυτών πάντα με στόχο το όφελος του παχύσαρκου ασθενούς σε μακροχρόνιο ορίζοντα.

Μέχρι τότε, οι πρώτες ενδείξεις καλό είναι να αναπτερώνουν τις ελπίδες μας, αλλά και να ενισχύουν τις προσπάθειες για απώλεια βάρους μέσα από μια ισορροπημένη διατροφή που χαρακτηρίζεται από ποικιλία τροφίμων και από μετριασμένες ποσότητες.