Aν και η γλυκιά γεύση αποτελεί μια από τις πέντε βασικές μας γεύσεις, η κάλυψη και η ικανοποίησή της συχνά συνοδεύεται με κατανάλωση επιπλέον θερμίδων αλλά και διαταραχή των επιπέδων γλυκόζης, στοιχείο σημαντικό ειδικά για άτομα με διαβήτη.

Έτσι η ικανοποίηση αυτής της ανάγκης μας για γλυκό μπορεί να οδηγήσει στην αύξηση του βάρους και στη διαταραχή των επιπέδων γλυκόζης. Για το λόγο αυτόν τις τελευταίες δεκαετίες η σύγχρονη βιομηχανία, σε συνδυασμό με την έρευνα της επιστήμης κατάφερε να συνδυάσει την απόλαυση με λιγότερες ενοχές και πιο ήπιες επιπτώσεις στα ζάχαρα αίματος.

Αυτό έγινε εφικτό με πολλές πλέον ύλες, που μπορούν να αντικαταστήσουν τη ζάχαρη. Πρόκειται για γλυκαντικές ύλες που αν και μας προσφέρουν τη γλυκιά γεύση, όταν προστεθούν σε τρόφιμα και ποτά, την ίδια στιγμή αποδίδουν λίγες ή μηδενικές θερμίδες και όπως φαίνεται δεν επηρεάζουν τη γλυκαιμική απόκριση κρατώντας σταθερά τα μετα-γευματικά επίπεδα γλυκόζης.

Στην καητγορία γλυκαντικές ύλες μπορούμε να βρούμε είτε τις γλυκαντικές ύλες «όγκου» (bulk sweeteners), οι οποίες αποδίδουν λιγότερες θερμίδες από τη ζάχαρη και επηρεάζουν τα επίπεδα γλυκόζης στο αίμα (σε αυτή την κατηγορία βρίσκουμε ουσίες όπως ξυλιτόλη, μαννιτόλη, ισομαλτόζη, μαλτιτόλη κ.λπ.

τις οποίες συνήθως διαβάζουμε στις ετικέτες των προϊόντων) είτε τις ύλες «έντονης γλυκύτητας» (intense sweeteners) που αποκαλούμε «ολιγοθερμιδικές γλυκαντικές ύλες» και αφορούν όλες αυτές τις ύλες που χρησιμοποιούμε τα τελευταία χρόνια στα τρόφιμα και τα ροφήματα μας.

Πολλές είναι επιστημονικές μελέτες και δηλώσεις οργανισμών και φορέων που υποστηρίζουν τόσο την ασφάλεια όσο και τη θετική επίπτωση της χρήσης τους στην υγεία και το σωματικό βάρος με πιο πρόσφατες αυτές του Αμερικάνικου Καρδιολογικού Συλλόγου (American Heart Association) με τίτλο «Nonnutritive Sweeteners: Current use and Health Perspectives: A Scientific Statement From the American Heart Association and the American Diabetes Association» από το έγκυρο περιοδικό Circulation αλλά και του American Academy of Nutrition and Dietetics με το Position of the Academy of Nutrition and Dietetics: Use of Nutritive and Nonnutrive Sweetenes» που εκδόθηκαν φέτος.

Στην Ευρωπαϊκή Ένωση, οι ολιγοθερμιδικές γλυκαντικές ύλες που χρησιμοποιούνται σήμερα είναι: η ακεσουλφάμη-Κ, η ασπαρτάμη, το κυκλαμικό οξύ, η σακχαρίνη και η σουκραλόζη, ενώ πρόσφατα εγκρίθηκε και η χρήση των γλυκοζιτών στεβιόλης (στέβια) σε τρόφιμα και ποτά και η ασφάλεια τους από το 1994 καλύπτεται από την Ευρωπαϊκή Οδηγία (Οδηγία 94/35/EC) για τις Γλυκαντικές Ύλες στα Τρόφιμα, η οποία καθορίζει τα επιτρεπόμενα επίπεδα για κάθε ολιγοθερμιδική γλυκαντική ύλη, προσφέροντας έτσι ασπίδα προστασίας στον σε όποιον τις χρησιμοποιεί.

Ταυτόχρονα, η Ευρωπαϊκή Αρχή για την Ασφάλεια των Τροφίμων (EFSA) έχει καθιερώσει τη χρήση της τιμής ADI (Αποδεκτή Ημερήσια Πρόσληψη) που αντιπροσωπεύει την εκτίμηση της ποσότητας μιας συγκεκριμένης γλυκαντικής ύλης, την οποία μπορεί να καταναλώνει ένας άνθρωπος σε καθημερινή βάση και εφ’ όρου ζωής, χωρίς να προκληθεί οποιοδήποτε πρόβλημα στην υγεία του.

Πρέπει να αναφερθεί ότι σύμφωνα με τα μέχρι τώρα επιστημονικά δεδομένα μπορούν να καταναλώνονται με ασφάλεια τόσο από ενήλικες όσο και από παιδιά ηλικίας άνω των 2 χρόνων, όταν αυτό κριθεί απαραίτητο» (π.χ. στην περίπτωση παιδιού με διαβήτη Τύπου 1), ακόμα και στη διάρκεια της εγκυμοσύνης ή στο διαβήτη κύησης.

Γλυκαντικές ύλες όπως η ασπαρτάμη, η ακετοσουλφάμη-Κ, το κυκλαμικό οξύ, η σουκραλόζη, η σακχαρίνη και η πιο καινούργια στην ομάδα αυτή, στέβια (γλυκοζίτες στεβιόλης) δεν έχουν καμία επίδραση στην ινσουλίνη ή στη συγκέντρωση σακχάρου στο αίμα.

Ταυτόχρονα δεν προσθέτουν θερμίδες, βοηθώντας έτσι τα άτομα με διαβήτη (κυρίως τύπου 2) αλλά και όσους έχουν πρόβλημα βάρους να ελέγξουν ή να μειώσουν το σωματικό τους βάρος, αρκεί βέβαια να καταναλώνονται στα πλαίσια μια συνολικά χαμηλότερης θερμιδικής πρόσληψης και ελέγχου των συνολικών υδατανθράκων από τα άλλα τρόφιμα και ποτά.