Γράφει ο Βλάσιος Ν. Πυργάκης, MD FESC FACC, Διευθυντής της Καρδιολογικής Κλινικής του Γ Ν Α «Γ Γεννηματάς», Πρώην Πρόεδρος της Ελληνικής Καρδιολογικής Εταιρείας.

Η πατρίδα μας διανύει μία από τις πιο δύσκολες εποχές της ιστορίας της.

Βρίσκεται στο επίκεντρο της διεθνούς οικονομικής κρίσης και μοιάζει να έχει καταθέσει τα αναπτυξιακά της όπλα που θα της δώσουν ανάσα ανάκαμψης, ευκαιρίες εργασίας και αισιοδοξία για το μέλλον.

Είμαι μεταξύ αυτών πού πιστεύουν ότι η χώρα έχει τις δυνατότητες εξόδου από την κρίση, απαιτείται όμως εφαρμογή σωστών πολιτικών από πλευράς κυβέρνησης και κινητοποίηση όλων των παραγωγικών δυνάμεων της κοινωνίας.

Επίσης ανάδειξη των παραγόντων εκείνων η αξιοποίηση των οποίων θα έχει ως αποτέλεσμα την αύξηση της απασχόλησης και παραγωγή πλούτου.

Οι τομείς πού διαθέτουν τα περισσότερα συγκριτικά πλεονεκτήματα στην Ελλάδα, είναι ο Τουρισμός και η Ναυτιλία.

Ειδικά ο Τουρισμός φαίνεται να έχει τις μεγαλύτερες προοπτικές περαιτέρω ανάπτυξης αρκεί να βελτιωθεί η ποιότητά του.

Μία από τις σημαντικότερες μορφές ποιοτικού τουρισμού αποτελεί ο Συνεδριακός, στον οποίο η πατρίδα μας εμφανίζει σημαντική υστέρηση.

Αιτία η έλλειψη ‘Συνεδριακών Κέντρων’ ικανών να φιλοξενήσουν μεγάλης κλίμακας εκδηλώσεις.

Θα συγκεκριμενοποιήσουμε το ζήτημα.

Όπως κάθε χρόνο, έτσι και φέτος, μεγάλος αριθμός Ελλήνων καρδιολόγων παρακολούθησε τις εργασίες τού Πανευρωπαϊκού Καρδιολογικού Συνεδρίου.

Το συνέδριο αυτό, ένα από τα μεγαλύτερα ιατρικά συνέδρια του κόσμου, οργανώνεται από την Ευρωπαϊκή Καρδιολογική Εταιρεία, σε διαφορετική κάθε χρονιά πόλη της ηπείρου μας, η οποία συγκεντρώνει τις απαραίτητες προϋποθέσεις ώστε να μπορεί να το φιλοξενήσει.

Εναλλάσσονται πόλεις πού διαθέτουν επαρκή ξενοδοχειακή και συγκοινωνιακή υποδομή αλλά το κυριότερο, μεγάλα και καλά οργανωμένα Συνεδριακά κέντρα.

Οι πόλεις αυτές σήμερα είναι συγκεκριμένες .

Νίκαια, Βαρκελώνη, Βιέννη, Στοκχόλμη, Άμστερνταμ, Βερολίνο, Μόναχο, Παρίσι.

Για πολλές απ’ αυτές - π.χ η Βαρκελώνη - η φιλοξενία μεγάλου αριθμού συνεδρίων κάθε χρόνο αποτελεί βασικό πυλώνα της τοπικής οικονομίας.

Το φετινό συνέδριο έγινε στο Μόναχο.

Ο αριθμός των συμμετεχόντων ξεπέρασε τoυς 30.000 καρδιολόγους πού μαζί με τα συνοδά μέλη -περίπου ίδιου αριθμού- κατέκλυσαν κάθε γωνιά- και όχι μόνο- της πόλης.

Ο τζίρος που προκλήθηκε ξεπέρασε τα 300 εκατομμύρια ευρώ.

Προκαλεί πραγματική θλίψη σε όλους εμάς πού συμμετέχουμε στα δρώμενα του Ευρωπαϊκού καρδιολογικού γίγνεσθαι το γεγονός ότι το συνέδριο αυτό δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί στην Ελλάδα.

Αιτία : ενώ η Αθήνα, ένας από τους δημοφιλέστερους τουριστικούς προορισμούς του κόσμου, μετά τούς Ολυμπιακούς αγώνες του 2004 απέκτησε όλες τις άλλες απαραίτητες υποδομές (σύγχρονο αεροδρόμιο, μετρό, προαστιακός σιδηρόδρομος, Αττική οδός, ξενοδοχειακές μονάδες υψηλού επιπέδου κλπ) στερείται Συνεδριακού κέντρου ικανού να μπορεί να φιλοξενήσει εκδηλώσεις μεγάλης κλίμακας.

Σημειωτέον ότι η Ευρωπαϊκή Καρδιολογική Εταιρεία έχει προτείνει επανειλημμένα στο παρελθόν την οργάνωση συνεδρίων της στην Αθήνα και μετά βεβαιότητας αναμένεται να το ξανακάνει στο εγγύς μέλλον, δεδομένου ότι ο σημερινός της πρόεδρος είναι Έλληνας (καθηγητής Π.

Βάρδας).

Το θέμα είναι πολύ επίκαιρο εξ αιτίας, για παράδειγμα, και των συζητήσεων που γίνονται για την αξιοποίηση του αεροδρομίου του Ελληνικού.

Η δημιουργία συνεδριακού κέντρου στο Ελληνικό, φαίνεται εξαιρετικά εύκολη και μικρού σχετικά κόστους.

Δεν θα προκαλέσει καμία περιβαλλοντική επιβάρυνση αφού στην ουσία θα αξιοποιηθούν οι υπάρχουσες κτιριακές υποδομές του παλιού αεροδρομίου οι οποίες μπορούν πολύ εύκολα να αλλάξουν χρήση, ακριβώς όπως έγινε με τον μετασχηματισμό του παλιού αεροδρομίου του Μονάχου σε ένα σύγχρονο συνεδριακό κέντρο διεθνούς εμβέλειας.