του Χαράλαμπου Τσέλιου*

Είναι γνωστό ότι η μεταμόσχευση οργάνου είναι θεραπεία, σε κάποιες περιπτώσεις μάλιστα (κατεστραμμένο ήπαρ, πνεύμονες, καρδιά) η μοναδική διαθέσιμη.

Ωστόσο, όπως επισημαίνεται και σε οδηγία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ 2010-45 για μεταμοσχεύσεις, αιτιολογική σκέψη 7), η χρήση οργάνων στο πλαίσιο μεταμόσχευσης μπορεί να οδηγήσει στην απαράδεκτη πρακτική της εμπορίας οργάνων ή της πρόωρης αφαίρεσης της ζωής ασθενών με σκοπό την αφαίρεση των οργάνων τους.

Ένας από τους τρόπους συμβολής στην κατεύθυνση της ασφάλειας ως προς το αντικειμενικό, αδιάβλητο και διαφανές της διαδικασίας, είναι και ο τρόπος με τον οποίο δίδεται η συγκατάθεση στη δωρεά οργάνου σε περίπτωση νεκρού δότη.

Βασικά, δύο είναι τα συστήματα: ή πρέπει να έχει προηγηθεί η εν ζωή ρητή και σαφής συναίνεση του δότη για τη δωρεά των οργάνων του, ή πρέπει να ελλείπει η αντίρρηση για τη δωρεά οργάνων από το δότη (εν ζωή) ή την οικογένειά του (μετά θάνατον αυτού).

Η χώρα μας, με τον προηγούμενο νόμο, που ίσχυε από το 1999 ως το 2011, χρονιά που άλλαξε η σχετική νομοθεσία, προέβλεπε ότι η αφαίρεση οργάνων από νεκρό δότη με σκοπό τη μεταμόσχευση διενεργείτο εφόσον ο δότης είχε εγγράφως συναινέσει σε αυτήν.

Αν δεν είχε υπάρξει έκφραση της βούλησης του υποψήφιου δότη, θετική ή αρνητική, η αφαίρεση των οργάνων μπορούσε να διενεργηθεί εφόσον δεν εξέφραζαν αντίθεση σε αυτήν ο σύζυγος, τα τέκνα, οι γονείς ή τα αδέρφια του νεκρού δότη.

Ο νόμος άλλαξε το 2011 αντιστρέφοντας τη ρύθμιση.

Έτσι, αντί να απαιτείται θετική δήλωση, όπως γινόταν μέχρι τότε, ο νόμος του 2011 όριζε ότι εικάζεται η συναίνεση του νεκρού και πραγματοποιείται η αφαίρεση του οργάνου, εκτός αν ο εκλιπών είχε αντιταχθεί ρητά με γραπτή δήλωση με βεβαίωση γνησίου υπογραφής, δήλωση που έπρεπε να την υποβάλει στον Εθνικό Οργανισμό Μεταμοσχεύσεων.

Ώστε από την απαίτηση ρητής και γραπτής συναίνεσης, περάσαμε στην ‘εικαζόμενη συναίνεση’ δια της σιωπής, η οποία όμως μπορεί να οφείλεται σε άγνοια ή αδιαφορία και όχι σε συνειδητή τοποθέτηση του προσώπου απέναντι στο θέμα.

Ακριβώς επειδή η αλλαγή ήταν ριζική, ο ίδιος νόμος (2011) προέβλεψε την έναρξη αυτής της ρύθμισης την 1-6-2013. Εντωμεταξύ, θα ενημερώνονταν οι πολίτες.

Εντούτοις, λόγω των έντονων αντιδράσεων που προκλήθηκαν, προστέθηκε, στη ρύθμιση του 2011, τον Απρίλιο 2012, η απαίτηση της συναίνεσης της οικογένειας του νεκρού, για να αφαιρεθούν ένα ή περισσότερα όργανα από νεκρό ενήλικα.

Μετά από την προσθήκη αυτή, το σύστημα του νέου νόμου αναφορικά με τη μετά θάνατο δωρεά οργάνων δεν διαφέρει και πολύ από το παλιό.

Το ενδιαφέρον νομικό ζήτημα είναι τι ακριβώς κάνει η οικογένεια (από πού αντλεί την αρμοδιότητα) συναινώντας ή μη συναινώντας στην αφαίρεση των οργάνων από το νεκρό σώμα του εκλιπόντος συγγενούς.

Φρονώ ότι στην περίπτωση αυτή, υπό τη σημερινή νομοθετική ρύθμιση, μπορούμε να συναγάγουμε ότι ο νεκρός είχε εν ζωή δώσει μεταθανάτιο πληρεξουσιότητα (mandatum post mortem), εμμέσως συναγόμενη (εικαζόμενη, κι αυτή), στα μέλη της οικογένειάς του, να επιτρέψουν ή να εμποδίσουν την αφαίρεση των οργάνων από το νεκρό ανθρώπινο σώμα του, κατά την κρίση τους.

Θεωρώ σωστή τη νομοθετική πρωτοβουλία του Απριλίου 2012, να προστεθεί η πρόβλεψη της συναίνεσης της οικογένειας για την αφαίρεση οργάνων από θανόντα. Ο εκτοπισμός της οικογένειας του δυνητικού δότη από την απόφαση της αφαίρεσης των οργάνων του, δεν ήταν κατά τη γνώμη μου η ορθή επιλογή.

*Ο κ. Χαράλαμπος Τσέλιος είναι δικηγόρος.