Γράφει ο Θοδωρής Π. Δημόπουλος*

Σίγουρα η κρίση και η τήρηση των κανόνων δημοσιονομικής προσαρμογής, έχουν επηρεάσει σε σημαντικό βαθμό τον χώρο της υγείας. Οι απαρχαιωμένες αντιλήψεις και οι μέθοδοι άσκησης διοίκησης, που επ’ ουδενί δεν προστάτευσαν την βιωσιμότητα του συστήματος, σήμερα στηλιτεύονται από όλους όσους έχουν αντιληφθεί την ανάγκη αλλαγών. Ακόμη και από εκείνους που είτε με τον έναν τρόπο, είτε με τον άλλον, γνωμοδοτούσαν, επηρέαζαν ή και μετείχαν στον τρόπο λήψης αποφάσεων.

Ποιος άλλωστε ξεχνάει την προγενέστερη εκτροπή των δαπανών στον χώρο της υγείας, την κακοδιαχείριση των πόρων, την κακοδιοίκηση ή την παγιδευμένη στις ορέξεις των συντεχνιών άσκηση της, την αδράνεια και την στασιμότητα με την οποία αντιμετωπίστηκε η ανάγκη υλοποίησης διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων ;

Ποιος δεν μετάνιωσε μπροστά στο ιλιγγιώδες 65,9% του 2009 που αφορούσε τις συσσωρευμένες δημόσιες δαπάνες υγείας και που η – όποια – αξιοποίηση τους δεν είχε την ανάλογη αποτελεσματικότητα ;

Ποιος σήμερα δεν ενοχλείται από χρόνιες παθογένειες που αποδυνάμωσαν έως και καταρράκωσαν το οικοδόμημα της υγείας ; Από τα υπερμεγέθη ελλείμματα του ΕΟΠΥΥ που δημιούργησε η ανοχή και η αναβλητικότητα ; Από τον αλόγιστο αριθμό συνταγογραφήσεων που δεν ελέγχονταν ποτέ ; Από την υπερτιμολόγηση σε αρκετά φαρμακευτικά σκευάσματα και τους πλημμελείς ή και ανύπαρκτους ελέγχους στις προμήθειες ;

Από την παντελή έλλειψη οργανωμένου συστήματος πρωτοβάθμιας υγείας και την αποδόμηση του ήδη υπάρχοντος ; Από το «στοίβαγμα» των ασθενών στα νοσοκομεία την ώρα που δεν συντρέχει σοβαρός λόγος άμεσης διακομιδής σε δευτεροβάθμιο νοσηλευτικό ίδρυμα και από ων ουκ έστι αριθμό ανομημάτων σε βάρος του – πλέον – «πένητος» λαού ;

Η πολιτική υγείας στην χώρα είναι αδύνατο να παραμείνει ατάραχη μπροστά στις τεκτονικές αλλαγές που επιβάλλει, το «μνημόνιο» - που δικαιούται κανείς να αναρωτιέται γιατί έπρεπε εξαιτίας του, να γίνουν ορισμένα αλλά λογικά και παγκοίνως παραδεκτά πράγματα - αλλά και τα νέα πρότυπα κοινωνικής πολιτικής και προστασίας που υιοθετούνται από όλη την Ευρώπη. Τα πρότυπα αυτά σχετίζονται εν πολλοίς με την μακροχρόνια ανεργία και την υποαπασχόληση που σοβεί κυρίως στον Ευρωπαϊκό νότο, την ραγδαία αύξηση των δημογραφικών τάσεων και την γήρανση του πληθυσμού, την εισαγωγή και χρήση νέων τεχνολογιών αλλά και την επίδραση που έχουν αυτές στην αγορά υγείας και εν γένει στην κρατική παροχή υπηρεσιών υγείας.

Παράλληλα η χώρα καλείται σήμερα να βρει την λύση του γόρδιου δεσμού απέναντι σε ορισμένα εγγενή δυσεπίλυτα ζητήματα, όπως την πάταξη της γραφειοκρατίας και την βελτίωση της παραγωγικότητας των διοικητικών πρακτικών, την ενεργοποίηση ελεγκτικών μηχανισμών για τα φαινόμενα παρασιτούντων που κερδοσκοπούν σε βάρος του ασθενή (π.χ. στον τομέα του φαρμάκου με την e-syntagografisi, με το clawback στις ιδιωτικές κλινικές κ.α.), την διεκδίκηση επιπρόσθετων πόρων ή την καλύτερη αξιοποίηση των περιορισμένων υπαρχόντων για την κάλυψη των – πρωτοβάθμιων μόνο – αναγκών υγείας των μη ασφαλισμένων (σ.σ. healthvoucher), την ορθολογική ανακατανομή των ανθρωπίνων πόρων, την κοινωνική ενσωμάτωση των νόμιμων οικονομικών μεταναστών και την κάλυψη των αναγκών περίθαλψης από επιπρόσθετους ευρωπαϊκούς πόρους.

Πολλά από αυτά έστω και κάπως άγαρμπα, έστω και εξυπηρετώντας μόνο ορισμένους εκ των άμεσα εχόντων ανάγκη αρχίζουν να γίνονται. Άλλα είναι ακόμη υπό διαπραγμάτευση ή πρόκειται μελλοντικά να μπουν στο τραπέζι της. Άλλα πάλι αδρανούν είτε εξαιτίας καλόπιστων, ειλικρινών και αληθινών εκφράσεων αγωνίας που οδηγούν σε συνεχείς διαβουλεύσεις, είτε εξαιτίας αντιδράσεων μειοψηφιών, υπηρετούντων το παλαιό σαθρό οικοδόμημα.

Όπως είναι αντιληπτό οι συστατικής σημασίας στρατηγικοί σχεδιασμοί της πολιτικής ηγεσίας πρέπει να υλοποιηθούν διαμέσου της αξιοποίησης των καταλλήλων ανθρωπίνων συντελεστών, οι οποίοι θα αντιλαμβάνονται και θα ενστερνίζονται την φιλοσοφία των κεντρικών στοχεύσεων. Για να καταλαβαινόμαστε. Το ζητούμενο σήμερα είναι η επίτευξη της ισόρροπης αναλογίας δαπάνης – αποτελεσματικότητας και η προσομοίωση της στα διεθνή πρότυπα στην βάση της εξασφάλισης της δέουσας ποιότητας στις παρεχόμενες υπηρεσίες υγείας και της κατάκτησης του βέλτιστου βαθμού προσβασιμότητας όλων των επιπέδων της κοινωνικής διαστρωμάτωσης στο δημόσιο σύστημα υγείας.

Σήμερα η Ελλάδα σύμφωνα και με δημοσιευμένες μελέτες που παρουσιάστηκαν από μεγάλα ξένα ειδησεογραφικά πρακτορεία (βλέπε Bloomberg) κατέχει την 30η θέση όσον αφορά την αποτελεσματικότητα του συστήματος υγείας, με το προσδόκιμο ζωής να είναι στα 80,7 χρόνια, η κατά κεφαλήν δαπάνη στο 13% του ΑΕΠ και στα 2.864 δολάρια, την ώρα που άλλες πιο μεγάλες χώρες με ούτως ή άλλως ισχυρότερες οικονομίες από την δική μας βρίσκονται είτε στην ίδια, είτε σε χαμηλότερη θέση από αυτή.

Αυτή η πρόσφατη παράθεση των δεδομένων , αποτελεί μία ακόμη ένδειξη θετικής προοπτικής. Μόνο όμως με την προϋπόθεση να ενταθούν οι ρυθμοί υλοποίησης των μεταρρυθμίσεων ώστε να υπάρξει δυνατότητα βελτίωσης όχι μόνο των δεικτών για χάρη της τρόικας, αλλά και του βαθμού αποτελεσματικότητας των υπηρεσιών υγείας για τους ασθενείς.

Όλα αυτά ίσως να είναι εφικτά εάν πραγματοποιηθούν τομές που αφορούν το λειτουργικό επίπεδο, δηλ. τον προγραμματισμό, την οργάνωση και την λειτουργία των δημόσιων νοσοκομείων με προϋπόθεση την επιλογή των κατάλληλων, εκπαιδευμένων και ειδικευμένων ατόμων στις νέες και σύγχρονες μεθόδους ορθολογικού management, προκειμένου να εκλείψουν σταδιακά η γραφειοκρατία, τα συνεχή σφάλματα, η κακή διαχείριση του χρόνου, η κατασπατάληση των οικονομικών πόρων, η ανορθολογική διαχείριση των ανθρωπίνων πόρων κ.α.

Ταυτόχρονα μέσω της εμπέδωσης μίας νέας οργανωσιακής κουλτούρας, θα είναι εφικτή η θεσμοθέτηση ενός πλαισίου ελέγχου από μηχανισμούς του αρμόδιου υπουργείου, το οποίο θα καλείται να διενεργεί ανά τακτά χρονικά διαστήματα (π.χ. κάθε εξάμηνο) αντικειμενική αξιολόγηση στους διοικούντες, με βάση τους προκαθορισμένους αντικειμενικούς στόχους - υποχρεώσεις. Ποιοι θα έπρεπε να είναι την τωρινή εποχή ; Η εκτέλεση προϋπολογισμών χωρίς υπερβάσεις. Η εξόφληση ληξιπρόθεσμων οφειλών. Η δημοσίευση ισολογισμών. Η πλήρης ένταξη αναλυτικής λογιστικής και πληροφοριακών συστημάτων στα νοσοκομεία και η βελτίωση της παροχής υπηρεσιών.

Επιπλέον, πρέπει πια το εγχώριο σύστημα υγείας, δεδομένων και των διεθνών επιταγών να πάψει να είναι το μόνο της Ευρωζώνης που δεν έχει μηχανισμούς μέτρησης του κόστους, της ποιότητας και της παραγωγικότητας των νοσοκομείων και των υπηρεσιών υγείας, αλλά και σοβαρά και αντικειμενικά εργαλεία μέτρησης της απόδοσης όλων των εργαζομένων στο εκάστοτε νοσηλευτικό ίδρυμα. Από τον πρώτο μέχρι τον τελευταίο.

Οι επανειλημμένες και ατελέσφορες πολιτικές προσπάθειες αναβάθμισης και οργάνωσης του, να πάψουν να χαρακτηρίζονται από υπερβάλλοντα θεωρητικό ζήλο, χωρίς σοβαρό πρακτικό αντίκτυπο και τα προβλήματα του υγειονομικού τομέα που έχουν κοινωνικές, οικονομικές και διαχειριστικές συνιστώσες να μην αποτελούν στην πραγματικότητα προβλήματα ιδεολογίας και πολιτικής βούλησης. Μακάρι να τελεσφορήσει έστω και μία φορά μία προσπάθεια . . .


* Μεταπτυχιακός φοιτ. του Τμήματος Οικονομικής Επιστήμης του Παν. Πειραιά στην «Διοίκηση της Υγείας»
Κοινωνικός Λειτουργός του Ε.Π.Ε.Κ.Α στις Κοινωνικές Δομές του Δήμου Ζωγράφου & Μονάδας Φροντίδας Ηλικιωμένων «ΜΑΡΕΠΗ»
Αν. Μέλος του Δ.Σ. των διασυνδεόμενων Νοσοκομείων Λαμίας – Άμφισσας – Καρπενησίου.