Γράφει ο Γεράσιμος Κολαϊτης, Αναπληρωτής Καθηγητής Παιδοψυχιατρικής, Διευθυντής Παιδοψυχιατρικής Κλινικής Πανεπιστημίου Αθηνών Νοσοκομείο Παίδων «Η ΑΓΙΑ ΣΟΦΙΑ»


Οι νέες συνθήκες (οικονομικές, κοινωνικές) που βιώνει η χώρα μας την τελευταία 5ετία φαίνεται να έχουν αυξήσει τις ανάγκες ψυχικής υγείας παιδιών και εφήβων (ΨΥΠΕ) και των οικογενειών τους καθώς και την ανάγκη παροχής υπηρεσιών στο δημόσιο τομέα.

Η αγωνία είναι μεγάλη για όλους τους νέους και κυρίως εκείνους με προβλήματα ψυχικής υγείας (10-20% συνόλου). Η φτώχεια, και κυρίως οι ανισότητες, σχετίζονται με προβλήματα ψυχικής υγείας στα παιδιά (αν και η ψυχική ανθεκτικότητα κάθε παιδιού είναι διαφορετική) και αργότερα στην ενήλικη ζωή τους με προβλήματα υγείας όπως π.χ. χρήση ουσιών, βία, μικρότερη εκπαιδευτική πρόοδο, κακή αναπαραγωγική και σεξουαλική ζωή.

Και αντιστρόφως όμως, τα προβλήματα ψυχικής υγείας έχουν σημαντικές οικονομικές επιπτώσεις σε πολλούς τομείς όπως στην εργασία (κυρίως με τη μορφή της απώλειας παραγωγικότητας), εκπαίδευση, υγεία, πρόνοια και δικαιοσύνη (συνολικό ετήσιο κόστος παιδοψυχιατρικών διαταραχών στην Ευρώπη 21 δισ. Ευρώ).

Η ΨΥΠΕ στη χώρα μας δεν αποτέλεσε ποτέ προτεραιότητα, παρά την ανάπτυξη πολλών, αν και όχι αρκετών, υπηρεσιών τις τελευταίες τρεις περίπου δεκαετίες. Δεν έχει ακόμα πραγματοποιηθεί καταγραφή των αναγκών με βάση μια πανελλήνια επιδημιολογική μελέτη, όπως έγινε για τους ενήλικες, ενώ η ακαδημαϊκή Παιδοψυχιατρική, που αριθμεί μόλις 10 μέλη ΔΕΠ σε όλη τη χώρα, είχε ακόμα μικρότερη ανάπτυξη.

Τα τελευταία επίσης χρόνια παρακολουθούμε την προοδευτική συρρίκνωση ΜΚΟ με πλούσιο και αξιόλογο έργο, όπως π.χ. η ΕΨΥΠΕ που βρίσκεται στα πρόθυρα αναστολής της λειτουργίας της, αν δεν υποστηριχθεί οικονομικά.

Την ίδια περίοδο, ένας ολοένα αυξανόμενος αριθμός παιδιών που απομακρύνονται με εισαγγελική εντολή από τις οικογένειές τους καταφθάνουν στο Νοσοκομείο Παίδων «Η Αγία Σοφία» (λιγότερα των 20 ετησίως πριν από το 2010, 81 την περίοδο 2010-11, 92 την περίοδο 2011-12, 141 την περίοδο 2012-13 και 157 την περίοδο 2013-14!), κυρίως για λόγους κοινωνικοοικονομικούς. Από αυτά μόλις το 30% αυτών επιστρέφουν στις οικογένειές τους. Άραγε θα ξαναζήσουμε τις εποχές των ιδρυμάτων για τα παιδιά μας και μάλιστα τα υγιή;

Σε όλες τις μονάδες της Κλινικής αυξήθηκε η προσέλευση οικογενειών που δεν βρίσκουν ανταπόκριση από άλλες υπηρεσίες, ενώ ο όγκος εργασίας βαίνει συνεχώς αυξανόμενος για το ολοένα μειούμενο, λόγω συνταξιοδοτήσεων, προσωπικό (ιατρικό, νοσηλευτικό, διοικητικό) του Νοσοκομείου που ήδη εμφανίζει σημεία επαγγελματικής κόπωσης.

Μία άλλη πολύ σοβαρή επίπτωση της κρίσης είναι ότι πολλές οικογένειες έχουν μειώσει ή ακόμα και διακόψει τις θεραπείες των παιδιών τους ακόμα και για σοβαρά προβλήματα (π.χ. αυτισμός), ενώ ταυτόχρονα έχουν μειωθεί οι παροχές από τα ασφαλιστικά ταμεία για θεραπείες και επιδόματα.

Επειδή λοιπόν οι διαθέσιμοι πόροι για την ΨΥΠΕ περιορίζονται συγκριτικά με τις ανάγκες και απαιτήσεις του πληθυσμού, χρειάζεται να γίνονται επιλογές στη χρήση τους. Πιστεύουμε πως είναι ανάγκη να επενδύσουμε στην πρόληψη και προαγωγή της ΨΥΠΕ, που αποτελεί και οικονομικά συμφέρουσα λύση, με συγκεκριμένα προγράμματα μοντέλα, όπως αυτά που υλοποιούνται στην Πανεπιστημιακή Παιδοψυχιατρική Κλινική σε ευάλωτους πληθυσμούς παιδιών και οικογενειών (π.χ. παιδιά γονέων με κατάθλιψη, παιδιά με προβλήματα διαγωγής). Τα προγράμματα αυτά στοχεύουν κυρίως στη βελτίωση της άσκησης του γονικού ρόλου και του δεσμού γονέα- παιδιού, τη μείωση του κινδύνου κακομεταχείρισης των παιδιών, καθώς και την αποτροπή σοβαρών αντικοινωνικών συμπεριφορών στο μέλλον.

Οι υπηρεσίες ΨΥΠΕ είναι ανάγκη να υποστηριχθούν, να προσαρμόσουν τις λειτουργίες τους και να δώσουν περισσότερο χρόνο στη θεραπεία και την πρόληψη. Τέλος, δεν θα πρέπει να καταργηθεί η Διεύθυνση Ψυχικής Υγείας του Υπουργείου Υγείας, αλλά να υποστηριχθεί η Υφυπουργός Υγείας στις προσπάθειές της.

Από την μελέτη της οικονομικής κρίσης στη Φινλανδία τη δεκαετία του ΄90, γνωρίζουμε πως o φόβος των γονέων για πιθανή ανεργία δρούσε απειλητικά (περισσότερο από την ίδια την ανεργία!) για την ψυχική ισορροπία των παιδιών τους, ενώ εκείνο που προστάτευε τα παιδιά ήταν η ενεργός συμμετοχή τους στις οικογενειακές δραστηριότητες.

Η περίοδος της λιτότητας που ζούμε σήμερα είναι ακριβώς η πιο ακατάλληλη περίοδος για περικοπές στην ψυχική υγεία, αφού οι συνέπειες των βραχυπρόθεσμων περικοπών είναι πιθανό ότι θα αποδειχθούν οδυνηρές μακροπρόθεσμα. Η επένδυση στην προαγωγή της ψυχικής υγείας των παιδιών μας είναι σίγουρα μια επένδυση για το παρόν και το μέλλον της χώρας.