Μία στις πέντε γυναίκες και ένας στους δέκα άνδρες πάσχει από υποθυρεοειδισμό, ενώ το 50% του συνόλου των ασθενών παραμένουν αδιάγνωστοι. Πολλοί δε που διαγιγνώσκονται, αντιμετωπίζονται ανεπαρκώς με τη συμβατική φαρμακευτική αγωγή. Σοβαρό πρόβλημα αποτελεί και ο υποκλινικός υποθυρεοειδισμός που λανθάνει της προσοχής γιατρών και ασθενών.

Η σημασία της ομαλής λειτουργίας του θυρεοειδούς αδένα καθίσταται καλύτερα κατανοητή αν λάβει κανείς υπόψη του μια πρόσφατη ανασκόπηση που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό JAMA Pediatrics. Επιστημονική ομάδα του Νοσοκομείου Παίδων της Φιλαδέλφεια στις ΗΠΑ, σύστηνε στους γιατρούς να ελέγχουν και να διαγιγνώσκουν τον υποθυρεοειδισμό από την παιδική ηλικία και να ξεκινούν τη θεραπεία από τη δεύτερη εβδομάδα της ζωής του παιδιού, ώστε να διασφαλίζεται η φυσιολογική ανάπτυξή του.

Εύλογα τίθεται το ερώτημα, ''μα γιατί είναι τόσο σημαντική η ομαλή λειτουργία του θυρεοειδούς αδένα;''

«Επειδή ο θυρεοειδής, ένας μικρός αδένας στο λαιμό πίσω από τον λάρυγγα, ρυθμίζει την παραγωγή ενέργειας και το μεταβολισμό σε όλο το σώμα, συμπεριλαμβανομένης της καρδιάς, του εγκεφάλου, του δέρματος, των εντέρων και της θερμοκρασίας του σώματος, οι ορμόνες του επηρεάζουν σημαντικά την κατάσταση της υγείας και κατ’ επέκταση την ευημερία του ατόμου», μας απαντά η Δρ. Νικολέτα Κοΐνη, M.D. Ιατρός Λειτουργικής, Προληπτικής, Αντιγηραντικής και Αναγεννητικής Ιατρικής.

Συμπληρώνει πως «οι διαταραχές του θυρεοειδούς αδένα μπορούν να επηρεάσουν ένα ευρύ φάσμα σωματικών λειτουργιών και να οδηγήσουν συχνά σε εσφαλμένη διάγνωση».

Τα συμπτώματα της δυσλειτουργίας του θυρεοειδούς ποικίλλουν σημαντικά από άτομο σε άτομο και τείνουν να αναπτύσσονται σταδιακά. Έτσι οι ασθενείς και οι γιατροί μπορεί να μην τα αναγνωρίζουν ως μία δυσλειτουργία που να δικαιολογεί τη διερεύνησή της και την αντίστοιχη θεραπεία.

«Ο υποθυρεοειδισμός -τα χαμηλά επίπεδα ορμονών- ιδιαίτερα συχνά δεν διαγιγνώσκεται επαρκώς, τα συμπτώματά του δε, μοιάζουν με αυτά άλλων ασθενειών ή μπερδεύονται για “φυσιολογικές” συνέπειες της γήρανσης. Έτσι όμως δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος επειδή η μη διαγνωσμένη ασθένεια του θυρεοειδούς επιδεινώνει την αντίσταση στην ινσουλίνη και η αντίσταση στην ινσουλίνη επιδεινώνει τη λειτουργία του θυρεοειδούς», σημειώνει η ειδικός.

Σοβαρή κατάσταση, όμως, αποτελεί και η χαμηλή λειτουργία του θυρεοειδούς αδένα, δηλαδή όταν δεν υπάρχει έκδηλη νόσος. Η μειωμένη λειτουργία του θυρεοειδούς μετά την ηλικία των 40 ετών εμφανίζεται στο ένα τέταρτο περίπου του πληθυσμού.

«Πράγματι, ο κίνδυνος υποθυρεοειδισμού αυξάνεται με την πάροδο της ηλικίας. Το 20% των ατόμων άνω των 75 ετών, στην πλειοψηφία τους γυναίκες, δεν έχει επαρκή επίπεδα θυρεοειδικής ορμόνης που, μεταξύ άλλων προβλημάτων, μπορεί να προκαλέσει συμπτώματα σύγχυσης, που συνήθως μπερδεύονται με αυτά της γεροντικής άνοιας», εξηγεί η Δρ. Κοΐνη.

Και προσθέτει πως αυτή η κατάσταση, γνωστή με τον επιστημονικό όρο «υποκλινικός υποθυρεοειδισμός», μπερδεύει γιατρούς και ασθενείς.

«Οι επιστήμονες υπολογίζουν ότι το 40-60% των ανθρώπων με υποκλινικό θυρεοειδισμό δεν γνωρίζουν ότι πάσχουν. Επειδή δεν πρόκειται για μια εμφανή ασθένεια, αυτός ο τύπος χαμηλής λειτουργίας του θυρεοειδούς έχει συμπτώματα πολύ ελαφρά για να χαρακτηριστούν ως ασθένεια, σύμφωνα με τα συνήθη ιατρικά δεδομένα. Ωστόσο, ταυτόχρονα, είναι πολύ ενοχλητικά  για να επιτρέψουν να νιώσει κάποιος πραγματικά καλά», τονίζει η ιατρός Λειτουργικής, Προληπτικής, Αντιγηραντικής και Αναγεννητικής Ιατρικής.

Τα συμπτώματα του Υποκλινικού Υποθυρεοειδισμού περιλαμβάνουν:

•       Κούραση

•       Σταδιακή αύξηση του σωματικού βάρους που είναι δύσκολο να χαθεί

•       Δυσκαμψία και δυσκολία κίνησης των αρθρώσεων

•       Ξηροδερμία

•       Αραίωση μαλλιών

•       Αραίωση του εξωτερικού τόξου των φρυδιών

•       Ελαφρύ οίδημα του προσώπου

•       Ψυχική υποτονικότητα

•       Κρύα άνω και κάτω άκρα

•       Γενικό αίσθημα ψυχρότητας.

Σύμφωνα με την Δρ. Νικολέτα Κοΐνη, πολλοί ασθενείς με ανεπαρκή λειτουργία του θυρεοειδούς αδένα μπορούν εύκολα να διαγνωσθούν εσφαλμένα ότι πάσχουν από ινομυαλγία.

Ενώ οι ασθενείς με κλινικά διαγνωσμένο υποθυρεοειδισμό, εκτός των προαναφερθέντων συμπτωμάτων μπορεί να εμφανίσουν και:

•       Εξαιρετική κόπωση / χαμηλή ενέργεια

•       Αύξηση βάρους

•       Δυσκολία συγκέντρωσης

•       Αδυναμία ανεκτικότητας στην άσκηση

•       Κρύο όλη την ώρα

•       Δυσκοιλιότητα

•       Χρόνιες λοιμώξεις

•       Συχνή ρινική καταρροή

•       Αδυναμία

•       Μυϊκές κράμπες / πόνους

•       Πόνος στις αρθρώσεις

•       Μούδιασμα / μυρμήγκιασμα

•       Αδυναμία στη μνήμη

•       Σύνδρομο καρπιαίου σωλήνα

•       Υψηλό σάκχαρο αίματος

•       Υπερχοληστερολαιμία

•       Οίδημα στο πρόσωπο και τα βλέφαρα

Δυστυχώς, πολλές περιπτώσεις υποθυρεοειδισμού δεν ανταποκρίνονται στα κλασσικά φάρμακα για την αντικατάσταση ορμονών, όπως το συνθεροειδές, το λεβοθυροειδές ή το λεβοξύλιο.

«Ο λόγος είναι ότι αυτά τα φάρμακα περιέχουν μόνο μια συνθετική εκδοχή της ορμόνης θυροξίνης (Τ4). Το πρόβλημα είναι ότι για να είναι χρήσιμη η Τ4 (η σχετικά ανενεργή ορμόνη “αποθήκευσης”) πρέπει να μετατραπεί σε Τ3 (η “ενεργή” ορμόνη) και μερικοί άνθρωποι δεν μπορούν να το κάνουν πολύ καλά. Αντ’ αυτού, παράγουν πολύ λίγη από την ενεργό Τ3 και υπερβολικά μεγάλο μέρος της αδρανούς μορφής της ορμόνης Τ3, γνωστή ως αντίστροφη Τ3 ή “rT3”. Αυτή η κατάσταση αναφέρεται μερικές φορές ως σύνδρομο ασθενείας ευθυρεοειδούς, σύνδρομο χαμηλού Τ3 ή διαταραχή μετατροπής περιφερειακής ορμόνης θυρεοειδούς. Σε αυτές τις περιπτώσεις, οι άνθρωποι συχνά δεν αισθάνονται ανακούφιση από τα συμπτώματά τους όταν λαμβάνουν μόνο συνθετική Τ4», εξηγεί η Δρ. Κοΐνη.

Αυτοί οι τύποι δυσλειτουργίας του θυρεοειδούς είναι πιο ήπιοι από τα συνηθισμένα θυρεοειδικά προβλήματα που διαχειρίζονται οι περισσότεροι ενδοκρινολόγοι.

Ο υποκλινικός υποθυρεοειδισμός μπορεί επίσης να οφείλεται σε μια αυτοάνοση διαταραχή, γνωστή ως νόσο του Hashimoto, στην οποία το ανοσοποιητικό σύστημα επιτίθεται στον θυρεοειδή αδένα. Η νόσος του Hashimoto μπορεί αρχικά να προκαλέσει υπερθυρεοειδισμό, αλλά τελικά θα οδηγήσει σε εξάντληση του θυρεοειδούς, λόγω βλάβης των ιστών στον αδένα και σε αδυναμία παραγωγής επαρκούς ποσότητας θυρεοειδούς ορμόνης.

Τέλος, ο κλινικός υποθυρεοειδισμός μπορεί να εμφανιστεί όταν για μεγάλο χρονικό διάστημα, το σώμα έχει στείλει πάρα πολλούς ψευδείς αντιδράσεις «μάχης ή φυγής» (fight-or-flight response), λόγω στρες. Αυτοί οι ψεύτικοι συναγερμοί προκαλούν τη δράση των επινεφριδίων και του θυρεοειδούς και αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο είναι σημαντικό να αξιολογείται και η λειτουργία των επινεφριδίων μαζί με αυτή του θυρεοειδή.

«Στη Λειτουργική Ιατρική, αξιολογώντας το σύνολο των βιοχημικών δεικτών, δίνουμε ιδιαίτερη προσοχή σε όλα τα κλινικά συμπτώματα, μετράμε τη θερμοκρασία του σώματος, χρησιμοποιούμε εκτεταμένες εργαστηριακές και μοριακές εξετάσεις του  θυρεοειδούς για να σχηματίσουμε πλήρη και ακριβή εικόνα της λειτουργίας του. Εάν τα εργαστηριακά αποτελέσματα δείχνουν στο κατώτερο, από τις τιμές αναφοράς, τόσο για τις ολικές όσο και για τις ελεύθερες μορφές των ορμονών Τ3 και Τ4  ή αν τα αποτελέσματα TSH βρίσκονται στο ανώτερο τμήμα της ιδανικής κλίμακας, ένας  εξειδικευμένος γιατρός Λειτουργικής Ιατρικής θα δοκιμάσει θεραπεία του θυρεοειδούς, εάν υπάρχουν επίσης πολλά κλινικά συμπτώματα χαμηλής λειτουργίας του αδένα», εξηγεί η Δρ. Νικολέτα Κοΐνη.

Και καταλήγει λέγοντας ότι, η λειτουργία του θυρεοειδούς μπορεί να υποστηριχθεί με αλλαγές στον τρόπο ζωής ταυτόχρονα με διατροφή πλούσια στα κατάλληλα μικροθρεπτικά και μακροθρεπτικά συστατικά, αλλά και τη συνταγογράφηση εξατομικευμένων θεραπειών αντικατάστασης ορμονών. «H σωστή διάγνωση και η σχετικά απλή θεραπεία των μη φυσιολογικών επιπέδων του θυρεοειδούς μπορεί να οδηγήσει σε θεαματική μεταβολή της ποιότητας ζωής των ασθενών. Αντιθέτως, τα αδιάγνωστα προβλήματα του θυρεοειδούς είναι βασική αιτία κόπωσης, ευερεθιστότητας, ευαισθησίας και γνωστικής δυσλειτουργίας», υπογραμμίζει.