Με τον ρυθμό εμφάνισης του διαβήτη να αυξάνεται συνεχώς σε παγκόσμιο επίπεδο τις τελευταίες δεκαετίες, η συγκέντρωση πληροφοριών που στηρίζονται σε επιστημονικές αποδείξεις σχετικά με τη χρήση των ολιγοθερμιδικών γλυκαντικών ως μέσου για τη μείωση της υπερβολικής πρόσληψης ζάχαρης, καθίσταται πλέον πιο σημαντική από ποτέ.

Έτσι, η συζήτηση ορισμένων από τα πιο πρόσφατα αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με την επίδραση της πρόσληψης ολιγοθερμιδικών γλυκαντικών στην αντίσταση στην ινσουλίνη και στον έλεγχο της γλυκόζης αίματος στο 10ο Συνέδριο της Ευρωπαϊκής Ομοσπονδίας Συλλόγων Διαιτολόγων (EFAD), ήταν εξαιρετικά ενδιαφέρουσα για εκατοντάδες διαιτολόγους, διατροφολόγους και φοιτητές διαιτολογίας που παρέστησαν στο συνέδριο της EFAD την περασμένη εβδομάδα.

Σε θεματική ενότητα με τίτλο «Διαβήτης – η διαχείριση μιας πανδημίας», που συντονίστηκε από το Ευρωπαϊκό Δίκτυο Διαιτολόγων Ειδικών (ESDN) στον Διαβήτη και υποστηρίχθηκε από τη Διεθνή Ένωση Γλυκαντικών (ISA), ο Καθηγητής Fabrice Bonnet από το Πανεπιστήμιο του Rennes της Γαλλίας, παρουσίασε νέα ευρήματα από μία υπό δημοσίευση τυχαιοποιημένη ελεγχόμενη δοκιμή (RCT) διασταυρούμενου σχεδιασμού, που μελετά την επίδραση των ολιγοθερμιδικών γλυκαντικών στην ευαισθησία στην ινσουλίνη. Συνολικά, αρκετές μελέτες έχουν επιβεβαιώσει ότι ορισμένοι διαιτητικοί παράγοντες όπως η αυξημένη πρόσληψη θερμίδων, λίπους και ζάχαρης συνδέονται με αυξημένη αντίσταση στην ινσουλίνη. Σχετικά με τα ολιγοθερμιδικά γλυκαντικά, ο καθηγητής Bonnet κατέληξε στο συμπέρασμα ότι: «Τα ολιγοθερμιδικά γλυκαντικά φαίνεται να έχουν ουδέτερη επίδραση στην ευαισθησία στην ινσουλίνη σε ενήλικα άτομα που δεν έχουν διαβήτη, πράγμα που σημαίνει ότι τα ολιγοθερμιδικά γλυκαντικά δεν επηρεάζουν την αντίσταση στην ινσουλίνη ούτε την έκκριση ινσουλίνης».

Παρουσιάζοντας μια επισκόπηση των τελευταίων διαιτητικών συστάσεων για την πρόληψη και τη διαχείριση του διαβήτη, η Δρ. Αιμιλία Παπακωνσταντίνου από το Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών στην Ελλάδα και επικεφαλής του ESDN της EFAD στον διαβήτη, επισήμανε τη «στροφή» των πρόσφατων συστάσεων προς μία περισσότερο ασθενoκεντρική και εξατομικευμένη προσέγγιση, η οποία λαμβάνει υπόψη τις προτιμήσεις του ασθενούς και τους μεταβολικούς του στόχους. Ενώ η απόλαυση του φαγητού είναι σημαντική για όλους, είναι ευρέως τεκμηριωμένο ότι τα άτομα με διαβήτη πρέπει να διαχειρίζονται τη συνολική πρόσληψη υδατανθράκων και ζάχαρης. Σε αυτό το πλαίσιο, η χρήση ολιγοθερμιδικών γλυκαντικών έχει τη δυνατότητα να μειώσει τη συνολική πρόσληψη θερμίδων και υδατανθράκων, όταν αυτά αντικαθιστούν τα γλυκαντικά που παρέχουν θερμίδες και χωρίς να αντισταθμίζονται οι θερμίδες που «εξοικονομούνται» με την πρόσληψη πρόσθετων θερμίδων από άλλες πηγές τροφίμων. Παρουσιάζοντας τα αποτελέσματα μιας πρόσφατα δημοσιευμένης συστηματικής ανασκόπησης, η Δρ. Παπακωνσταντίνου δήλωσε: «Με βάση το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων, φαίνεται απίθανο τα ολιγοθερμιδικά γλυκαντικά να επηρεάζουν την οξεία μεταγευματική ομοιόσταση της γλυκόζης (τη μεταβολή στα επίπεδα της γλυκόζης στο αίμα αμέσως μετά το γεύμα)».

Δεδομένου ότι τα ολιγοθερμιδικά γλυκαντικά αποτελούν πολύτιμο εργαλείο για τα άτομα με διαβήτη, είναι σημαντικό να διασφαλιστεί ότι η πρόσληψή τους δεν υπερβαίνει τα επίπεδα Αποδεκτής Ημερήσιας Πρόσληψης (ADI). Εξετάζοντας το θέμα της αξιολόγησης της διαιτητικής πρόσληψης ολιγοθερμιδικών γλυκαντικών από Ευρωπαϊκούς πληθυσμούς, η Δρ. Séverine Goscinny, του Επιστημονικού Ινστιτούτου Δημόσιας Υγείας του Βελγίου, παρουσίασε στοιχεία πρόσφατων μελετών που πραγματοποιήθηκαν στην Ιταλία και την Ιρλανδία, τα οποία επιβεβαιώνουν ότι η έκθεση σε ολιγοθερμιδικά γλυκαντικά μεταξύ των καταναλωτών είναι πράγματι πολύ χαμηλότερη από το καθορισμένο επίπεδο ADI, το οποίο είναι επίσης σύμφωνο με αποδεικτικά στοιχεία από προηγούμενη έρευνα.