Φάρμακα που λαμβάνονται από τουλάχιστον το ένα τρίτο των Αμερικανών ενηλίκων έχουν την κατάθλιψη ως πιθανή ανεπιθύμητη ενέργεια, αποκαλύπτει νέα έρευνα.

Στα παραπάνω φάρμακα περιλαμβάνονται β-αναστολείς, αντισυλληπτικά και αναλγητικά.

Χρησιμοποιούνται από το 37% των Αμερικανών, έδειξε η έρευνα σε 26.000 ενήλικες.

Η Dima Mazen Qato, του University of Illinois College of Pharmacy, δήλωσε ότι η χρήση πολλών φαρμάκων που συνδέονται με πιθανό κίνδυνο κατάθλιψης ή αυτοκτονικών συμπτωμάτων αυξάνεται και μπορεί ενδεχομένως να συμβάλλει στο αυξανόμενο πρόβλημα της κατάθλιψης.

Οι ερευνητές συνέλεξαν στοιχεία για άντρες και γυναίκες και ανακάλυψαν ότι η χρήση τουλάχιστον 3 συνταγογραφούμενων φαρμάκων που συνδέονται με την κατάθλιψη αυξήθηκε από 7% το 2005 σε 10% το 2014.

Επιπλέον, η χρήση φαρμάκων με συμπτώματα αυτοκτονικότητας ως πιθανή ανεπιθύμητη ενέργεια αυξήθηκε από 17% σε 24% κατά τη διάρκεια των 10 ετών που διήρκεσε η έρευνα.

Η πιθανότητα να αναφερθεί κατάθλιψη ήταν σημαντικά υψηλότερη στους ενήλικες που χρησιμοποιούσαν πολλά φάρμακα.

Για παράδειγμα, το 15% όσων έλαβαν τουλάχιστον 3 από αυτά τα φάρμακα ανέφεραν κατάθλιψη σε σύγκριση με 7% που έλαβε μόνο ένα φάρμακο σχετιζόμενο με κατάθλιψη.

Η Qato πρόσθεσε ότι η τάση συνεχιζόταν μεταξύ χρηστών αντικαταθλιπτικών και μη χρηστών.

Σχεδόν 5% των Αμερικανών ενηλίκων υπολογίζεται ότι έχει συμπτώματα κατάθλιψης.

Η νέα έρευνα δεν αποδεικνύει ότι τα φάρμακα προκαλούν πράγματι τη νόσο. Παρόλα αυτά, υπογραμμίζει το ρόλο που η αυξανόμενη πολυφαρμακία μπορεί ενδεχομένως να έχει στο βάρος της κατάθλιψης στις ΗΠΑ.

Η ερευνήτρια δήλωσε ότι οι γιατροί θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τον κίνδυνο κατάθλιψης πριν συνταγογραφήσουν φάρμακα, ιδιαίτερα αν οι ασθενείς λαμβάνουν περισσότερα από ένα σκευάσματα που συνδέονται με την κατάθλιψη.

Τα ευρήματα δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό Journal of the American Medical Association.

Πηγές: Journal of the American Medical Association.