Το τεχνητό πάγκρεας

Να αλλάξει τα δεδομένα και το καθεστώς των καθημερινών ενέσεων ινσουλίνης, επιχειρεί η αυτοματοποίηση της χορήγησης ινσουλίνης, που παρουσιάζεται ως το μέλλον στην αντιμετώπιση του Σακχαρώδη Διαβήτη Τύπου 1.

Στο θέμα αυτό θα αναφερθεί η κ. Ανδριανή Βαζαίου, Αναπληρώτρια Διευθύντρια Παιδιατρικής και Επιστημονική Υπεύθυνος του Διαβητολογικού Κέντρου της Α΄ Παιδιατρικής Κλινικής του Νοσοκομείου Παίδων ‘Π & Α Κυριακού’, στην Επιστημονική Εκδήλωση που διοργανώνει το Διαβητολογικό Κέντρο στην Αίγλη του Ζαππείου την Κυριακή 20 Απριλίου.

Η ασθένεια που προσβάλλει συνήθως παιδιά και ενήλικες κάτω των 40 ετών, τόνισε η κ. Βαζαίου, επιτάσσει στους πάσχοντες καθημερινή ινσουλινοθεραπεία μέσω ενέσεων, στοχεύοντας στην αποκατάσταση των επιπέδων γλυκόζης σε φυσιολογικά ή σχεδόν φυσιολογικά όρια, έτσι ώστε να προλαμβάνεται ή να μειώνεται η συχνότητα των οξέων επιπλοκών της νόσου, όπως της υπογλυκαιμίας και της κετοξέωσης, ενώ ταυτόχρονα να επιδιώκεται η πρόληψη ή η καθυστέρηση της εμφάνισης των χρόνιων επιπλοκών.

Ενώ όμως πρωτεύον στόχος στην αντιμετώπιση του Σακχαρώδη Διαβήτη Τύπου 1 είναι η μακροζωία και η καλή ποιότητα ζωής, οι αλλεπάλληλες ενέσεις περιορίζουν το διαβητικό άτομο και σε μακροχρόνια βάση επηρεάζουν την καλή ποιότητα ζωής που επιδιώκει να διατηρήσει.

Το κλειστό κύκλωμα αντλίας ινσουλίνης (τεχνητό πάγκρεας) μελετάται διεθνώς από ερευνητικές ομάδες που παρουσιάζουν ιδιαίτερα ελπιδοφόρα αποτελέσματα. Για τη δημιουργία τεχνητού παγκρέατος, απαραίτητη προϋπόθεση είναι να υπάρχει αισθητήρας μέτρησης γλυκόζης αίματος, ο οποίος θα μετρά το σάκχαρο του αίματος στον υποδόριο χώρο (δηλαδή το χώρο που βρίσκεται κάτω από το δέρμα και είναι η περιοχή που γίνονται συνήθως οι ενέσεις ινσουλίνης).

Ο αισθητήρας αυτός στη συνέχεια στέλνει το αποτέλεσμα της μέτρησης σε έναν υπολογιστή. Ο υπολογιστής υπολογίζει την απαραίτητη δόση ινσουλίνης μέσω ενός αλγορίθμου και στέλνει την πληροφορία στην αντλία ινσουλίνης, η οποία τελικά απελευθερώνει την ποσότητα ινσουλίνης που απαιτείται ανάλογα με τη μέτρηση γλυκόζης αίματος.

Με τον τρόπο αυτό κλείνει το κύκλωμα χωρίς ανθρώπινη παρέμβαση.

Δύο είναι οι τύποι κλειστού κυκλώματος που υπάρχουν ήδη, το κλειστό εξωτερικό σύστημα που αποτελείται από εξωτερική αντλία και εξωτερικό υποδόριο αισθητήρα και το κλειστό εμφυτεύσιμο σύστημα που αποτελείται από εμφυτεύσιμη αντλία και ενδοαγγειακό αισθητήρα).

Οι ενδοαγγειακοί αισθητήρες φτάνουν στον ένα χρόνο ζωής και τοποθετούνται στην είσοδο της καρδιάς. Λόγω της αυξημένης ροής αίματος σε αυτό το σημείο, δεν παρατηρείται θρόμβωση των αγγείων, ενώ μελέτες έχουν δείξει καλή λειτουργία του καθετήρα για περίπου 13 μήνες χωρίς ιδιαίτερες επιπλοκές.

Η εμφυτεύσιμη αντλία ινσουλίνης τοποθετείται με χειρουργική επέμβαση υποδόρια, η ινσουλίνη όμως απελευθερώνεται στο περιτοναϊκό χώρο δηλαδή μέσα στην κοιλιά του ατόμου που έχει διαβήτη. Το ρεζερβουάρ της ινσουλίνης γεμίζει από το θεράποντα ιατρό κάθε 60-90 μέρες.

Ο προγραμματισμός της αντλίας γίνεται μέσω τηλεχειριστηρίου. Αν και μέχρι σήμερα έχουν εμφυτευθεί περισσότερες από 1000 αντλίες ινσουλίνης με πολύ καλά αποτελέσματα, το κλειστό εμφυτεύσιμο σύστημα, δηλαδή το ολοκληρωμένο εμφυτεύσιμο σύστημα έχει δοκιμασθεί μόνο σε πολύ μικρό αριθμό ασθενών με καλά αλλά όχι εξαιρετικά αποτελέσματα.

Απαιτείται πολύ μεγαλύτερος αριθμός ασθενών για την εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων για την αποτελεσματικότητα του συστήματος αυτού.

Σε αντίθεση με το εμφυτεύσιμο σύστημα οι περισσότερες ερευνητικές ομάδες σε όλο τον κόσμο έχουν επικεντρωθεί στο να κάνουν πραγματικότητα το εξωτερικό κλειστό κύκλωμα, γιατί είναι πιο απλό και εύκολο. Μελέτες από το Πανεπιστήμιο του Yαle και του Cambridge σε παιδιά και νέους ενήλικες με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 1 έχουν δείξει ότι το σύστημα αυτό μπορεί να εφαρμοσθεί.

Τα προγευματικά και τα μεταγευματικά σάκχαρα των ασθενών που συμμετείχαν στις μελέτες ήταν πολύ καλά, χωρίς ωστόσο να είναι ακόμα τέλεια. Οι ερευνητές επικεντρώνονται πλέον στην ανάπτυξη του τέλειου αλγόριθμου που θα επιτρέψει την άριστη ρύθμιση του διαβήτη.

Το Διεθνές Ύδρυμα Έρευνας για τον Νεανικό Διαβήτη καθώς και οι περισσότεροι ερευνητές που ασχολούνται με το θέμα παγκοσμίως, θεωρούν ότι το τεχνητό πάγκρεας θα έχει γίνει πραγματικότητα το αργότερο μέχρι το έτος 2015.

Βλαστοκύτταρα, η ελπίδα για τη θεραπεία του διαβήτη

Τελευταίες κλινικές μελέτες έδειξαν ότι ο διαβήτης θα μπορούσε να θεωρηθεί θεραπεύσιμη νόσος, εάν υπήρχαν αρκετά διαθέσιμα β-κύτταρα ή παγκρεατικά νησίδια, ωστόσο, αυτή η θεραπεία περιορίζεται από τη σημαντική έλλειψη δοτών παγκρεατικού ιστού.

Η εναλλακτική ιδέα, η δημιουργία δηλαδή παγκρεατικών νησιδίων από εμβρυονικά βλαστοκύτταρα, θεωρείται μια πολλά υποσχόμενη λύση που ωστόσο είναι σε πολύ αρχικά στάδια. Ο Επιστημονικός Υπεύθυνος του Εργαστηρίου Αναπτυξιακής Βιολογίας Βλαστοκυττάρων του Ιδρύματος Ιατροβιολογικών Ερευνών της Ακαδημίας Αθηνών ( Ι.ΙΒ.Ε.Α.Α.) κ.

Αντώνης Γαβαλάς εξηγεί ότι η υπόθεση της εργασίας τους ήταν ότι η διαφοροποίηση των βλαστοκυττάρων που προέρχονται από έμβρυα μπορεί να βελτιωθεί εάν μιμηθούν πιστότερα τους μηχανισμούς που οδηγούν στη δημιουργία αυτών των κυττάρων κατά την ανάπτυξη του εμβρύου.

‘ Με αυτή την προσέγγιση πετύχαμε τη δημιουργία κυτταρικών δομών που προσομοιάζουν παγκρεατικά νησίδια από εμβρυονικά βλαστοκύτταρα ποντικού.

Αυτοί οι κυτταρικοί σχηματισμοί περιέχουν ινσουλινοπαραγωγά κύτταρα που εκκρίνουν ινσουλίνη παρουσία γλυκόζης. Τώρα συνεχίζουμε τις έρευνές μας ώστε να βελτιωθεί το πρωτόκολλο διαφοροποίησης και να αυξηθεί η απόδοση της παραγωγής β- κυττάρων ώστε στο μέλλον να εφαρμοστεί αυτή η τεχνολογία για την κατευθυνόμενη διαφοροποίηση εμβρυονικών βλαστοκυττάρων ανθρώπου σε παγκρεατικά νησίδια κατάλληλα για μεταμοσχεύσεις’ σημειώνει.

Τι είναι τα εμβρυονικά βλαστοκύτταρα; Τα εμβρυονικά βλαστοκύτταρα είναι κύτταρα που προέρχονται από μια περιοχή του γονιμοποιημένου ωαρίου που έχει ήδη πολλαπλασιαθεί αρκετές φορές και η οποία ονομάζεται εσωτερική κυτταρική μάζα.

Τα κύτταρα αυτά είναι πολυδύναμα, δηλαδή μπορούν να διαφοροποιηθούν σε όλους τους ιστούς του εμβρύου και διατηρούν την ιδιότητα τους αυτή μακροχρόνια. Παράλληλα, έχουν την ικανότητα να διαφοροποιούνται σε ένα εύρος εξειδικευμένων κυττάρων, συμπεριλαμβανομένων και των παγκρεατικών νησιδίων.

Αυτή η διαφοροποίηση θεωρείται εφικτή, αν και προς το παρόν παρεμποδίζεται από κάποια τεχνικά εμπόδια που περιορίζουν την αποτελεσματικότητα της διαφοροποίησης και την ποιότητα των κυττάρων που παράγονται.

Στοιχεία για το Σακχαρώδη Διαβήτη Τύπου 1 στα παιδιά

Ο διαβήτης αποτελεί κύρια ασθένεια του μεταβολισμού και εκδηλώνεται όταν ο οργανισμός δεν παράγει αρκετή ινσουλίνη, ή όταν τα κύτταρα αδυνατούν να ανταποκριθούν στην παραγόμενη ινσουλίνη. Η ινσουλίνη είναι μια ορμόνη απαραίτητη για τη μετατροπή σακχάρων σε ενέργεια και παράγεται από εξειδικευμένα κύτταρα, τα β- κύτταρα, που βρίσκονται στα νησίδια του παγκρέατος.

Η χορήγηση εξωγενούς ινσουλίνης δεν αποτρέπτι πλήρως τις δευτερογενείς επιπλοκές του διαβήτη όπως είναι η ρετινοπάθεια, η νεφροπάθεια η νευροπάθεια και οι καρδιαγγειακές παθήσεις.

Ο Δημήτρης Δελής, Αναπληρωτής Διευθυντής της Α' Παιδιατρικής Κλινικής του Νοσοκομείου Παίδων ‘Π & Α Κυριακού’ αναφέρει ότι ο Σακχαρώδης Διαβήτη τύπου 1 είναι το δεύτερο σε συχνότητα χρόνιο νόσημα της παιδικής ηλικίας μετά το άσθμα και παρουσιάζει τα τελευταία χρόνια αύξηση 3-5% ετησίως.

Υπολογίζεται ότι κάθε χρόνο στην Ελλάδα παρουσιάζονται περίπου 130 νέες περιπτώσεις σε παιδιά ηλικίας 0-14 ετών.

Η χρόνια ανεπάρκεια ινσουλίνης που χαρακτηρίζει το Διαβήτη της παιδικής ηλικίας απαιτεί καθημερινή αντιμετώπιση με ενεργό συμμετοχή όλης της οικογένειας. Ο κύριος στόχος της θεραπευτικής αντιμετώπισης είναι η καλή γλυκαιμική ρύθμιση, η διατήρηση δηλαδή της γλυκόζης του αίματος κοντά στα φυσιολογικά επίπεδα.

Η καλή γλυκαιμική ρύθμιση έχει διαπιστωθεί ότι μειώνει 50-70% τον κίνδυνο επιπλοκών και προσφέρει στα παιδιά με Διαβήτη ανέφελο μέλλον.

Τα νέα σκευάσματα ινσουλίνης που παράγονται με μοριακές μεθόδους καλύπτουν με αποτελεσματικότερο τρόπο τις ανάγκες του οργανισμού σε ινσουλίνη. Οι αντλίες ινσουλίνης χρησιμοποιούνται ήδη από σημαντικό αριθμό εφήβων και παιδιών σχολικής ηλικίας και προσφέρουν, εκτός από την ικανοποιητική ρύθμιση, καλύτερη ποιότητα ζωής.

Οι ‘έξυπνες’ ατομικές συσκευές μέτρησης του σακχάρου του αίματος και οι εύχρηστες πένες ινσουλίνης είναι διαθέσιμες σε κάθε παιδί και διευκολύνουν την επίτευξη των θεραπευτικών στόχων.

Απαραίτητη ωστόσο, προυπόθεση για τη σωστή αντιμετώπιση του Σακχαρώδη Διαβήτη τύπου 1 είναι η καλή εκπαίδευση των παιδιών και των οικογενειών τους. Τα παιδιά με Διαβήτη δεν είναι μικροί ενήλικες με διαβήτη, αλλά έχουν δικά τους χαρακτηριστικά και ξεχωριστές ανάγκες.

Ο Διαβήτης είναι μια καθημερινή κατάσταση που πρέπει να προσαρμοσθεί ομαλά στην οικογενειακή ζωή και όχι να τη διαταράξει. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί μόνο με την ενεργό βοήθεια και συμμετοχή ‘Ομάδας Διαβήτη’ που αποτελείται από επαγγελματίες υγείας εξειδικευμένους στο Διαβήτη και στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της παιδικής ηλικίας.

Το Διαβητολογικό κέντρο της Α' Παιδιατρικής Κλινικής του Νοσοκομείου Παίδων ‘Π & Α Κυριακού’ το οποίο ιδρύθηκε το 1991 από τον καθηγητή κ Χρήστο Μπαρτσόκα, προς τιμήν του οποίου διοργανώνεται η παρούσα επιστημονική εκδήλωση, λειτουργεί πάνω σε αυτές τις αρχές.

Ο Διαβήτης της παιδικής ηλικίας μπορεί να αντιμετωπισθεί αποτελεσματικά σήμερα με τη συνεργασία των παιδιών, της οικογένειας και των εξειδικευμένων γιατρών, νοσηλευτών, διαιτολόγων ψυχολόγων και άλλων επαγγελματιών υγείας.

Είμαστε αισιόδοξοι, καταλήγει ο κ. Δελής ότι δεν είμαστε μακριά από τους στόχους που έχουν θέσει οι διεθνείς επιστημονικοί οργανισμοί για ‘έναν καλύτερο κόσμο για τα παιδιά και τους εφήβους με Σακχαρώδη Διαβήτη’.

Κοιλιοκάκη και Σακχαρώδης Διαβήτης τύπου 1: μια παράδοξη σχέση

Η κοιλιοκάκη είναι μία νόσος του λεπτού εντέρου που προκαλείται από τη δυσανεξία που παρουσιάζουν κάποια γενετικά προδιατεθειμένα άτομα, στη γλουτένη, μια πρωτεΐνη που βρίσκεται στο σιτάρι, τη σίκαλη, το κριθάρι και τη βρώμη.

Θεωρείται αυτοάνοση νόσος καθώς σε άτομα με γενετική προδιάθεση, η κατανάλωση τροφών που περιέχουν γλουτένη ενεργοποιεί ανοσολογικούς μηχανισμούς στον οργανισμό τους, με αποτέλεσμα να προκαλείται με την πάροδο του χρόνου, βλάβη στην εσωτερική επιφάνεια του λεπτού εντέρου.

Υπολογίζεται ότι 1 στα 100-200 άτομα στις Η.Π.Α. και στην Ευρώπη πάσχουν από κοιλιοκάκη. Ωστόσο, αυξημένη συχνότητα της νόσου παρατηρείται σε άτομα με κληρονομικά νοσήματα, όπως είναι το σύνδρομο Down, σε συγγενείς ασθενών με κοιλιοκάκη, και σε άτομα που πάσχουν από άλλα αυτοάνοσα νοσήματα όπως είναι ο σακχαρώδης διαβήτης τύπου 1, στα οποία παρουσιάζεται σε ποσοστό έως 10%.

Στο θέμα αυτό αναφέρεται η Παιδίατρος – Γαστρεντερολόγος κ. Αλεξάνδρα Παπαδοπούλου, Αναπληρώτρια Διευθύντρια Παιδιατρικής στο Νοσοκομείο Παίδων ‘Π & Α Κυριακού’ και τ. Πρόεδρος της Ελληνικής Εταιρείας Παιδιατρικής Γαστρεντερολογίας, Ηπατολογίας & Διατροφής.

Ποια είναι τα συμπτώματα της κοιλιοκάκης; Τα συμπτώματα μπορούν να εμφανιστούν σε όποια ηλικία μετά την ένταξη της γλουτένης στη δίαιτα και είναι η χρόνια διάρροια ή δυσκοιλιότητα, το ‘φούσκωμα και τυμπανισμός’ της κοιλίας, η ευερεθιστότητα, η μειωμένη πρόσληψη βάρους, η μειωμένη σωματική ανάπτυξη, η καθυστέρηση της ήβης, η σιδηροπενική αναιμία, τα συχνά κατάγματα οστών, τα αυξημένα ηπατικά ένζυμα, και τα χρόνια κνιδωτικά εξανθήματα.

 Όμως οι ασθενείς με τα παραπάνω κλινικά συμπτώματα φαίνεται ότι αποτελούν την κορυφή του παγόβουνου, διότι οι περισσότεροι ασθενείς με κοιλιοκάκη είναι ασυμπτωματικοί και παραμένουν αδιάγνωστοι για χρόνια, με αποτέλεσμα να έχουν αυξημένο κίνδυνο από τους υγιείς ανθρώπους να παρουσιάσουν τις μακροπρόθεσμες επιπλοκές της νόσου όπως είναι η σιδηροπενική αναιμία, η οστεοπόρωση, η υπογονιμότητα, το λέμφωμα του εντέρου κ.α.

Τα παιδιά και οι έφηβοι με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 1 που έχουν παράλληλα κοιλιοκάκη ανήκουν συνήθως στη δεύτερη κατηγορία, καθώς δεν παρουσιάζουν συνήθως κλινικά συμπτώματα, αλλά εντοπίζονται με τη βοήθεια του ανιχνευτικού ελέγχου, δηλαδή την ανεύρεση των ειδικών αντισωμάτων της κοιλιοκάκης στο αίμα τους.

Η διάγνωση της κοιλιοκάκης επιβεβαιώνεται στη συνέχεια με γαστροσκόπηση και βιοψίες εντέρου, όπου φαίνονται χαρακτηριστικές αλλοιώσεις στο βλεννογόνο του λεπτού εντέρου μεταξύ των οποίων, η μερική ή η ολική ατροφία (επιπέδωση) των λαχνών.

Πώς αντιμετωπίζεται η κοιλιοκάκη; Η κοιλιοκάκη αντιμετωπίζεται με δίαιτα χωρίς γλουτένη εφ’όρου ζωής. Η τήρηση της δίαιτας φαίνεται πολύ δύσκολη αρχικά, αλλά οι οικογένειες με τη στήριξη των ιατρών και των διαιτολόγων, ανταποκρίνονται καλά σε αυτήν.

Η δίαιτα περιλαμβάνει αποχή από τροφές που προέρχονται από τα σιτηρά, τη σίκαλη, το κριθάρι και τη βρώμη.Ενδεικτικά απαγορεύονται τα προιόντα που περιέχουν αλεύρι (ψωμί, φρυγανιές, μπισκότα, πίτσες, πίτες, γλυκά, σούπες του εμπορίου, κ.α.), τα ζυμαρικά (μακαρόνια, σπαγγέτι, κριθαράκι κ.α.), κάποια αλλαντικά, τα κονσερβοποιημένα προιόντα (σάλτσες, λαχανικά, όσπρια, γλυκά, μαγιονέζες, μουστάρδα κ.α.), τα επαλειφόμενα τυριά, τα κατεργασμένα καρυκεύματα, μερικά έτοιμα ροφήματα (π.χ.

σοκολάτας) και κάποια από τα αλκοολούχα ποτά (π.χ. μπύρα, ουίσκι, βότκα, τζιν).

Επιτρέπονται όλα τα φρέσκα και κατεψυγμένα λαχανικά, τα φρέσκα κρέατα, ψάρια, πουλερικά, το γάλα και τα προιόντα του (φέτα, γιαούρτι, σκληρά κίτρινα τυριά), το καλαμπόκι, το ρύζι και τα προιόντα τους, το λάδι, το βούτυρο και η μαργαρίνη, καθώς και πληθώρα προιόντων που υπάρχουν στα φαρμακεία στη διάθεση των ασθενών με κοιλιοκάκη και είναι ελεύθερα γλουτένης (ποικιλλία ζυμαρικών, ψωμί, κέικς, μπισκόττα, βάση για πίτσες, δημητριακά κ.α.).

Εφόσον η δίαιτα δεν περιλαμβάνει γλουτένη, ο βλενογόννος του εντέρου επανέρχεται στο φυσιολογικό μέσα σε 6-12 μήνες.

Τα κλινικά συμπτώματα βελτιώνονται μέσα στις πρώτες 1-2 εβδομάδες. Στα παιδιά, οι ελλείψεις σε θρεπτικές ουσίες, βιταμίνες, μέταλλα και ιχνοστοιχεία αναπληρώνονται και το σωματικό βάρος επανέρχεται στο φυσιολογικό. Το ίδιο ισχύει και με το ύψος, εφ’ όσον η νόσος διαγνωσθεί και αντιμετωπιστεί έγκαιρα πριν από την εφηβεία.

Η δίαιτα πρέπει να ακολουθείται δια βίου, καθώς η νόσος δεν θεραπεύεται, παράλληλα με τακτική ιατρική και διαιτολογική παρακολούθηση του ασθενούς.