Σε ενημέρωση των ασθενών προχώρησε την Τρίτη ο Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων (ΕΟΦ), σχετικά με τα σκευάσματα που περιέχουν τις δραστικές ουσίες νιμεσουλίδη, dexrazoxane, πιογλιταζόνη, για τα οποία είχαν υπάρξει προειδοποιήσεις ασφάλειας.

Τα νεώτερα σχετικά με τη χρήση των εν λόγω φαρμάκων είναι τα εξής: Η χρήση της νιμεσουλίδης περιορίζεται στην αντιμετώπιση του οξέος άλγους και της πρωτοπαθούς δυσμηνόρροιας.

Η Επιτροπή για τα Φαρμακευτικά Προϊόντα Ανθρώπινης Χρήσης (CHMP) του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Φαρμάκων (ΕΜΑ) έχει καταλήξει ότι τα οφέλη των φαρμακευτικών προϊόντων που περιέχουν νιμεσουλίδη και προορίζονται για συστηματική χρήση συνεχίζουν να υπερτερούν των κινδύνων για τη θεραπεία ασθενών με οξύ άλγος και πρωτοπαθή δυσμηνόρροια. 

Ωστόσο, αυτά τα φαρμακευτικά προϊόντα δεν πρέπει πλέον να λαμβάνονται για την συμπτωματική αντιμετώπιση της οστεοαρθρίτιδας.

Η νιμεσουλίδη είναι ένα Μη - Στεροειδες Αντιφλεγμονώδες Φάρμακο (ΜΣΑΦ) το οποίο έχει χρησιμοποιηθεί για την αντιμετώπιση του οξέως άλγους, της επώδυνης οστεοαρθρίτιδας και την πρωτοπαθή δυσμηνόρροια.

Η CHMP είχε αρχίσει μια πλήρη αξιολόγηση των οφελών και των κινδύνων των φαρμακευτικών προϊόντων που περιέχουν νιμεσουλίδη για συστηματική χρήση κατόπιν αιτήματος από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, λόγω συνεχιζόμενων ανησυχιών για τη γαστρεντερική και ηπατική τους ασφάλεια.

Ανασκόπησε τα αποτελέσματα επιδημιολογικών μελετών που διεξήχθηκαν από τον κάτοχο της άδειας κυκλοφορίας κατόπιν αιτήματος της το 2007 και όλων των διαθέσιμων αναφορών για ανεπιθύμητες ενέργειες καθώς και στοιχείων από τη δημοσιευμένη βιβλιογραφία.

Σημείωσε ότι στην αντιμετώπιση του οξέους άλγους, η νιμεσουλίδη είναι το ίδιο αποτελεσματική με άλλα ΜΣΑΦ αναλγητικά όπως η δικλοφαινάκη, ή ιμπουπροφαίνη και η ναπροξαίνη.

Αναφορικά με την ασφάλεια, η CHMP σημείωσε ότι η νιμεσουλίδη έχει τον ίδιο κίνδυνο γαστρεντερικής τοξικότητας με τα άλλα ΜΣΑΦ.  Η CHMP συμπέρανε ότι η νιμεσουλίδη σχετίζεται με μεγαλύτερο κίνδυνο ηπατοτοξικότητας συγκρινόμενη με άλλα ΜΣΑΦ. 

Η CHMP είχε στο παρελθόν επιβάλει αριθμό περιορισμών στη συστηματική χρήση της νιμεσουλίδης με σκοπό τον περιορισμό των κινδύνων ηπατικής βλάβης.  Μετά από ανασκόπηση των διαθέσιμων στοιχείων, η CHMP τώρα συστήνει ως πρόσθετο περιορισμό, ότι η νιμεσουλίδη δεν θα πρέπει πλέον να χορηγείται συστηματικά για την αντιμετώπιση της επώδυνης οστεοαρθρίτιδας. 

Έλαβε υπόψη ότι η συστηματική χρήση νιμεσουλίδης για την αντιμετώπιση της επώδυνης οστεοαρθρίτιδας, η οποία είναι χρόνια πάθηση, θα αυξήσει τον κίνδυνο της μακροχρόνιας χρήσης των φαρμακευτικών προϊόντων με συνακόλουθη αύξηση του κινδύνου ηπατικής βλάβης.

Dextrazoxane

H χρήση των φαρμάκων αυτών θα πρέπει να περιορίζεται σε ασθενείς με καρκίνο του μαστού και αντενδείκνυται σε παιδιά και εφήβους.

Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων (ΕΜΑ) έχει συστήσει τον περιορισμό της χρήσης της dexrazoxane σε ενήλικες ασθενείς με προχωρημένο ή μεταστατικό καρκίνο του μαστού που έχουν λάβει ήδη μια ορισμένη ποσότητα των ανθρακυκλινών doxorubicin και epirubicin για την αντιμετώπιση του καρκίνου τους.

Η Επιτροπή για τα Φαρμακευτικά Προϊόντα Ανθρώπινης Χρήσης (CHMP) του ΕΜΑ συνέστησε επίσης την αντένδειξη της χρήσης αυτού του φαρμάκου σε παιδιά.

Η τρέχουσα ένδειξη της dexrazoxane είναι για χρήση σε ασθενείς με καρκίνο για την πρόληψη της καρδιοτοξικότητας που προκαλείται από τη μακροχρόνια θεραπεία με doxorubicin και epirubicin.

Η αναθεώρηση της dexrazoxane ξεκίνησε μετά από το ενδιαφέρον που εκδηλώθηκε σχετικά με τη δυνητική σύνδεσή της με ένα αυξημένο κίνδυνο για οξεία μυελογενή λευχαιμία (AML) και μυελοδυσπλαστικό σύνδρομο (MDS).

Αυτό βασίστηκε σε δεδομένα μελετών από τις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου αναφέρθηκαν περιστατικά AML και MDS στα παιδιά καθώς και σε ένα μικρό αριθμό περιστατικών AML που αναφέρθηκαν σε ενήλικες ασθενείς με καρκίνο του μαστού που ελάμβαναν dexrazoxane.

Μετά από εξέταση όλων των διαθέσιμων δεδομένων, η CHMP συμπέρανε ότι υπήρχαν αποδεικτικά στοιχεία για σοβαρές βλάβες σε παιδιά και εφήβους που λαμβάνουν dexrazoxane και ότι τα οφέλη του φαρμάκου δεν υπερτερούν των κινδύνων σε αυτή την ηλικιακή ομάδα. Η CHMP ως εκ τούτου εισηγήθηκε την αντένδειξη της dexrazoxane σε ασθενείς ηλικίας κάτω των 18 ετών.

Όσον αφορά τη χρήση της dexrazoxane σε ενήλικες, η CHMP κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τα οφέλη της dexrazoxane υπερτερούν των κινδύνων μόνο σε ενήλικες ασθενείς με προχωρημένο ή μεταστατικό καρκίνο του μαστού που έχουν λάβει ήδη ελάχιστη αθροιστική δόση 300 mg / m 2 doxorubicin, ή 540 mg / m 2 epirubicin.

Συνέστησε επίσης ότι η χρήση της dexrazoxane όταν χρησιμοποιείται με doxorubicin πρέπει να μειωθεί από μια αναλογία δόσης 20:1 (20 μέρη dexrazoxane με 1 μέρος doxorubicin) σε αναλογία 10:1. Η αναλογία δόσης της dexrazoxane με την epirubicin παραμένει αμετάβλητη στο 10:1.

Όταν αποφασίζεται η χορήγηση dexrazoxane, οι ιατροί πρέπει να σταθμίζουν προσεκτικά τα πιθανά οφέλη σε σχέση με την προστασία της καρδιάς έναντι των βραχυπρόθεσμων και μακροπρόθεσμων κινδύνων, ιδίως τον κίνδυνο της AML και MDS.

H επιστημονική σύσταση της CHMP έχει ήδη διαβιβαστεί στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή για την έκδοση απόφασης.

Πιογλιταζόνη

Αναμένονται  συστάσεις τον προσεχή Ιούλιο.  Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων (ΕΜΑ) προβαίνει σε ανασκόπηση των αποτελεσμάτων φαρμακοεπιδημιολογικών μελετών, μη κλινικών και κλινικών δεδομένων και μετεγκριτικών αναφορών για τα φαρμακευτικά προϊόντα που περιέχουν πιογλιταζόνη αναφορικά με την εμφάνιση καρκίνου της ουροδόχου κύστης, ώστε να αξιολογηθεί η επίδρασή τους στη σχέση οφελών και  κινδύνων  αυτών των προϊόντων.

Ο κίνδυνος εμφάνισης καρκίνου της ουροδόχου κύστης σε σχέση με την πιογλιταζόνη έχει τύχει προσεκτικής μελέτης από την CHMP από το 2000, οπότε χορηγήθηκε η άδεια κυκλοφορίας.

Ο κάτοχος της Άδειας Κυκλοφορίας Takeda, διενεργεί έναν αριθμό μετεγκριτικών μελετών, περιλαμβανομένης μιας δεκαετούς επιδημιολογικής μελέτης (Kaiser Pemanente Northern California study) η οποία στοχεύει στον εντοπισμό περιστατικών κακοήθειας που σχετίζεται με την πιογλιταζόνη σε κοορτή διαβητικών ασθενών.

Οι τρεις ενδιάμεσες αξιολογήσεις της μελέτης δεν έχουν μέχρι στιγμής επιβεβαιώσει μια σαφή  συσχέτιση μεταξύ της χρήσης πιογλιταζόνης και της εμφάνισης καρκίνου της ουροδόχου κύστης, ωστόσο υπήρξε  ένα σήμα για ένα  δυνητικά  αυξημένο κίνδυνο στους ασθενείς με την πλέον μακροχρόνια έκθεση και την πλέον υψηλή συνολική δόση.

Η τρέχουσα επανεξέταση των φαρμακευτικών προϊόντων που περιέχουν πιογλιταζόνη ξεκίνησε μετά από απαίτηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής τον Μάρτιο του 2011, μετά από αύξηση του αριθμού των αυθόρμητων αναφορών περιστατικών καρκίνου της ουροδόχου κύστεως.

Η CHMP έκρινε ότι τα συσσωρευμένα στοιχεία που συλλέχτηκαν από προκλινικές μελέτες, επιδημιολογικά δεδομένα και τη μελέτη PROactive (μια ελεγχόμενη κλινική δοκιμή με εικονικό φάρμακο) στο σύνολό τους, δείχνουν ένα  κλινικά συναφές  σήμα το οποίο απαιτεί περαιτέρω αξιολόγηση.

Συζήτησε κατά τη συνεδρίασή της στις 20-24 Ιουνίου 2011, τα αποτελέσματα μιας αναδρομικής μελέτης κοoρτής με την πιογλιταζόνη και την εμφάνιση καρκίνου της ουροδόχου κύστεως που πραγματοποιήθηκε στη Γαλλία και τις πιθανές επιπτώσεις της στη χρήση των φαρμάκων αυτών σε όλη την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Έκρινε ότι η γαλλική μελέτη ενίσχυσε το σήμα για μικρή αύξηση του κινδύνου καρκίνου της ουροδόχου κύστεως. Ωστόσο, η CHMP έκρινε ότι η μελέτη είχε αρκετούς μεθοδολογικούς περιορισμούς, που περιορίζουν τη δύναμη των αποδεικτικών στοιχείων που παρέχονται από αυτά τα επιδημιολογικά δεδομένα. Τα στοιχεία αυτά θα πρέπει να αξιολογηθούν στο πλαίσιο των συνολικά διαθέσιμων στοιχείων.

Η CHMP συμφώνησε ότι στο παρόν στάδιο υπάρχουν ακόμα πολλά θέματα που πρέπει να αντιμετωπιστούν  πριν διατυπωθούν συστάσεις για τη μελλοντική χρήση των φαρμάκων αυτών.

Ζήτησε επίσης από την Επιστημονική Συμβουλευτική Ομάδα του (Scientific Advisory Group - SAG) για τον Διαβήτη / Ενδοκρινολογία να συζητήσει στις αρχές Ιουλίου 2011 τη θέση των προϊόντων πιογλιταζόνης στη θεραπεία του διαβήτη, την κλινική σημασία των διαθέσιμων στοιχείων σχετικά με τον κίνδυνο καρκίνου της ουροδόχου κύστεως και να προσδιορίσουν μέτρα ελαχιστοποίησης του κινδύνου για τους ασθενείς στην κλινική πράξη.

Η CHMP θα συζητήσει τις συστάσεις της SAG στην επόμενη συνεδρίασή της τον Ιούλιο του 2011 και θα εκδώσει την τελική της γνωμοδότηση σχετικά με την σχέση οφέλους / κινδύνου των φαρμάκων αυτών.

Πηγές: ΕΟΦ.