Σε πλήρη αδυναμία οδηγεί η κρίση το μέσο ελληνικό νοικοκυριό. Η οικονομική αδυναμία δεν περιορίζεται στην εξόφληση λογαριασμών ή έκτακτων τελών, αλλά ακόμη και στη φροντίδα της ίδιας μας της υγείας.

Από το το 2006 έως το 2011, οι Έλληνες έχουν κάνει γενναίες περικοπές των επισκέψεων σε ιατρικές ειδικότητες που δεν αφορούν κάποιο άμεσο πρόβλημα υγείας, αλλά την πρόληψη.

Οι μελέτες δείχνουν μείωση των επισκέψεων σε γυναικολόγους και οδοντιάτρους, ενώ παραπάνω από εμφανής είναι η μειωμένη χρήση υπηρεσιών που παρέχουν ιδιωτικά νοσοκομεία και εργαστήρια.Η υστέρηση στην πρόληψη, ωστόσο, κοστίζει σημαντικά περισσότερο.

Ενδεικτικό είναι το εύρημα ελληνικής μελέτης, σύμφωνα με την οποία το κόστος αντιμετώπισης της οστεοπόρωσης είναι σχεδόν διπλάσιο σε ασθενείς που έχουν ήδη υποστεί κάταγμα.

Τα παραπάνω ανακοίνωσαν, μεταξύ άλλων, οι καθηγητές κ.κ. Γιάννης Κυριόπουλος και Γιώργος Λυρίτης και ο ερευνητής κ. Κώστας Αθανασάκης, παρουσιάζοντας το περασμένο Σαββατοκύριακο τα στοιχεία έρευνας για το κόστος της οστεοπόρωσης στην Ελλάδα, την οποία διενήργησε η Εθνική Σχολή Δημόσιας Υγείας (ΕΣΔΥ).

Κρίση

Ο κ. Κυριόπουλος αναφέρθηκε και σε μία σειρά άλλων μελετών, από τις οποίες προκύπτει μείωση κατά 30% στις επισκέψεις στα απογευματινά ιδιωτικά ιατρεία στα νοσοκομεία του ΕΣΥ.

Η κρίση - είπε ο καθηγητής - έχει άμεση επίπτωση στην πρόληψη. Η επένδυση ενός σχετικά μικρού ποσού σε ετήσια βάση για κάθε πολίτη (500 ευρώ), θα μπορούσε να οδηγήσει σε σημαντική μείωση των καρδιαγγειακών επεισοδίων.

Σύμφωνα με τον κ. Κυριόπουλο, περισσότεροι από ένας στους τρεις Έλληνες (38%) πάσχουν από κάποιο χρόνιο νόσημα. Οι ασθενείς αυτοί, καλύπτουν έως και το 70% της ζήτησης των υπηρεσιών περίθαλψης.   

Οστεοπόρωση

Ο κ. Λυρίτης αναφέρθηκε στη μελέτη για την οστεοπόρωση, λέγοντας ότι η διαχείριση της νόσου και κυρίως των καταγμάτων που οφείλονται σε αυτή, καταδεικνύεται δαπανηρή για το Ελληνικό Σύστημα Υγείας, εάν δεν διαγνωστεί έγκαιρα και δεν αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά.

Στόχος της μελέτης ήταν η αποτύπωση της διαχείρισης της οστεοπόρωσης στην Ελλάδα σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες άνω των 50 ετών, καθώς και του κόστους που η νόσος συνεπάγεται για το ελληνικό σύστημα υγείας.

Τα δεδομένα της μελέτης αντλήθηκαν με τη μέθοδο των προσωπικών συνεντεύξεων σε σύνολο 137 ιατρών – ορθοπεδικών, ενδοκρινολόγων και ρευματολόγων από την Αθήνα, Θεσσαλονίκη και Πάτρα.

Σημαντική διαφοροποίηση καταγράφεται στο κόστος αντιμετώπισης της μη εγκατεστημένης, χωρίς δηλαδή προϋπάρχον κάταγμα, έναντι της εγκατεστημένης οστεοπόρωσης, όταν δηλαδή η μετεμμηνοπαυσιακή ασθενής έχει υποστεί κάταγμα στο παρελθόν.

Ειδικότερα, το μέσο ετήσιο κόστος της εγκατεστημένης οστεοπόρωσης εκτιμάται κατά 78% υψηλότερο, προσεγγίζοντας τα 2.027,46 ευρώ, έναντι των 1.139,63 ευρώ για τη μη εγκατεστημένη οστεοπόρωση. Ιδιαίτερα δαπανηρά για το σύστημα υγείας αναδείχθηκαν τα κατάγματα που κατεγράφησαν σε ασθενείς με εγκατεστημένη οστεοπόρωση, κυρίως λόγω της αυξημένης κατανάλωσης υγειονομικών πόρων που επιφέρει η αντιμετώπισή τους.

Επιβάρυνση

Τη μεγαλύτερη επιβάρυνση στο σύστημα υγείας προκαλούν τα κατάγματα ισχίου, με μέσο ετήσιο κόστος 4.334,27 ευρώ, λόγω της αντιμετώπισής τους, η οποία στο 90% των περιπτώσεων επιβάλλει τη διενέργεια χειρουργικής επέμβασης.

Aντιστοίχως, το μέσο ετήσιο κόστος του κλινικού σπονδυλικού κατάγματος ανέρχεται στα 2.723,27 ευρώ και του κατάγματος καρπού στα 1.731,35 ευρώ. Συνολικά, η μελέτη καταδεικνύει ότι το άμεσο κόστος που επωμίζεται το ΕΣΥ για την οστεοπόρωση φτάνει τα 890 εκατομμύρια ευρώ σε ετήσια βάση.

'Είναι χαρακτηριστικό εύρημα το γεγονός ότι η εμφάνιση ενός κατάγματος αυξάνει έως και κατά 300% περίπου το μέσο ανά ασθενή ετήσιο κόστος, ιδίως στην περίπτωση των καταγμάτων ισχίου, όπου η χειρουργική επέμβαση αποτελεί τη σημαντικότερη μεταβλητή του κόστους', τόνισε ο κ. Κυριόπουλος.

Τα στοιχεία αυτά καθιστούν σαφή την ανάγκη για σωστή ενημέρωση των μετεμμηνοπαυσιακών γυναικών αναφορικά με τους παράγοντες κινδύνου, όπως το βεβαρυμμένο κληρονομικό οστεοπόρωσης, το χαμηλό σωματικό βάρος, το ιστορικό καπνίσματος, με στόχο την πρόληψη της νόσου, αλλά και την όσο το δυνατόν έγκαιρη διάγνωσή της.

Εξίσου σημαντική αναδεικνύεται και η ανάγκη για την ύπαρξη αποτελεσματικών θεραπειών που δύνανται να μειώσουν τα κατάγματα και ταυτόχρονα να εξασφαλίζουν τη συμμόρφωση του ασθενούς, μειώνοντας έτσι την διενέργεια χειρουργικών επεμβάσεων, τη νοσηλεία των ασθενών και επιτυγχάνοντας, κατ’ επέκταση σημαντική εξοικονόμηση πόρων για το σύστημα υγείας.

Δ.Κ.