Η χορήγηση αδειών, η καινοτομία, η αντιστοιχία οφέλους και κινδύνου για τον ασθενή είναι μερικά από τα θέματα που θα αναλυθούν στη συνάντηση που έχει δρομολογήσει ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων την επόμενη εβδομάδα.

Επί τάπητος θέτει ο  Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων (EMA) τις κανονιστικές ρυθμίσεις που αφορούν το φάρμακο στην Ευρωπαϊκή Ένωση, εξ ου και η συνάντηση που έχει δρομολογηθεί για τις 18-19 Σεπτεμβρίου 2017.  Πρόκειται ουσιαστικά για μία συνάντηση ευαισθητοποίησης των διεθνών ρυθμιστικών αρχών και των Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων στην πλήρη εφαρμογή των κανόνων που αφορούν το φάρμακο σε όλη του την πορεία, από την βιομηχανία μέχρι και την τελική του διάθεση στον καταναλωτή.

Η σαφής κατανόηση του τρόπου με τον οποίο τα φάρμακα ρυθμίζονται σε διάφορα μέρη του κόσμου και η οποία είναι πρωταρχικής σημασίας σε μία παγκοσμιοποιημένη αγορά, όπου οι ρυθμιστικές αρχές πρέπει να βασίζονται στη στενή συνεργασία, αναφέρεται στην επιστολή που έχει στείλει ο ΕΜΑ στα ενδιαφερόμενα μέρη. Ομιλητές από τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Φαρμάκων θα παρουσιάσουν  το ευρωπαϊκό δίκτυο κανονιστικών ρυθμίσεων των φαρμάκων, καθώς και τις   διάφορες δραστηριότητες που έχει αναλάβει ο Οργανισμός από την πλευρά του για την επιτυχή εφαρμογή τους.

Τα θέματα που θα αναλυθούν στο πλαίσιο της συνάντησης περιλαμβάνουν τις διαδικασίες χορήγησης άδειας κυκλοφορίας σκευασμάτων στην Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ), τη στήριξη της καινοτομίας, την αξιολόγηση οφέλους / κινδύνου για τα νέα φάρμακα, τις δραστηριότητες φαρμακοεπαγρύπνησης και τη δέσμευση των ενδιαφερομένων μερών, ότι θα τηρούν τους ευρωπαϊκούς κανόνες.   

Το ευρωπαϊκό ρυθμιστικό σύστημα φαρμάκων βασίζεται σε ένα δίκτυο ρυθμιστικών αρχών από τις 31 χώρες του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου (28 κράτη μέλη της ΕΕ συν Ισλανδία, Λιχτενστάιν και Νορβηγία), την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και τον ΕΜΑ.

Επί του παρόντος, ο EMA και τα κράτη μέλη συνεργάζονται και ανταλλάσσουν εμπειρογνωμοσύνη στην αξιολόγηση νέων φαρμάκων και νέων πληροφοριών για την ασφάλεια τους. Επίσης, η μεταξύ τους συνεργασία επεκτείνεται και στην ανταλλαγή πληροφοριών για τη ρύθμιση των φαρμάκων, για παράδειγμα όσον αφορά την αναφορά των παρενεργειών των φαρμάκων, την επίβλεψη των κλινικών δοκιμών και τη διεξαγωγή των επιθεωρήσεων των παρασκευαστών φαρμάκων.